Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Η οικογένεια Δουράκη της Καστάνιας Μεσσηνιακής Μάνης 1750-1870

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ  τόμος 16ος
Συγγραφή άρθρου υπό του 
ΣΤΑΥΡΟΥ Ι. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ
ΥΦΗΓΗΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΟΥΡΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ
      Η οικογένεια Δουράκη ή Ντουράκη ή Τουράκη στις τελευταίες δεκαετίες της τουρκοκρατίας εξουσίασε την καπετανία της Καστάνιας, της οποίας ο πύργος υπάρχει μέχρι σήμερα, για να θυμίζει παλαιές ημέρες δόξας.




Ο Κωνσταντής Δουράκης
   
  Δεν είναι γνωστή η καταγωγή της οικογένειας Δουράκη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι προέρχεται από την Κρήτη, πιθανώς εξ’ αιτίας της καταλήξεως του επιθέτου σε –άκης.
   Η πρώτη πληροφορία για τον Κωνσταντή Δουράκη προέρχεται από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον χαρακτηρίζει πατρικό φίλο. Ο πατέρας του Κωνσταντής Κολοκοτρώνης έζησε μέχρι το 1780, επομένως ο Δουράκης είχε επαφές μαζί του στα προηγούμενα χρόνια.
   Αναφέρεται σε επιστολή της 28ης Μαΐου 1776 του Γάλλου πρόξενου στην Κορώνη MrSauvaire ότι ένας Κολοκοτρώνης, προφανώς ο Κωνσταντής, είχε δράση ως πειρατής στα νότια παράλια της Πελοποννήσου. Στην Καρδαμύλη αρμάτωσε μια χοντρή γαλιότα, που ήταν άλλοτε στην υπηρεσία των Ρώσων, με πλήρωμα 80 ορεσίβιων ανδρών, οι οποίοι ήταν τελείως αδέξιοι στις μανούβρες της θάλασσας. Τοποθέτησε στη γαλιότα του ένα παλαιό κανόνι, με το οποίο υποχρέωνε τα πλοία σε υποταγή και στην περιοχή του Ταινάρου διέπραξε τρείς πειρατείες. Τελικά επέστρεψε στην Καρδαμύλη με τα καταληφθέντα πλοία και εάν από αυτά το εξαγόρασε ο Sauvaire έναντι 6.500 πιάστρων. Αν σε αυτήν περιπέτεια είχε λάβει μέρος και ο Κωνσταντής Δουράκης δεν είναι γνωστό. Φαίνεται όμως ότι η φιλία μεταξύ Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και του Κωνσταντή Δουράκη χρονολογείται από την εποχή των πειρατικών εξορμήσεων ή γενικότερα από την εγκατάσταση του Κ. Κολοκοτρώνη στην Καστάνια κοντά στον Παναγιώταρο Βενετσανάκη.
   Γύρω στα 1800, ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν διορισμένος κάπος(ο ίδιος αναφέρει αρματολός) στην Καρύταινα και το Λεοντάρι. Τόσο αυτός όσο και οι άλλοι της γενιάς του, είχαν τις οικογένειες τους στη Μεγάλη Καστάνια υπό την προστασία του Κωνσταντή Δουράκη και τις επισκέπτονταν στις μεγάλες γιορτές. Ο Θ. Κολοκοτρώνης διατηρούσε καλές σχέσεις με το Δουράκη, με τον οποίο ήταν συμπέθεροι, όπως και με τον Μπέη της Μάνης Παναγιώτη Κουμουνδουράκη(1798-1803),τον οποίο βοηθούσε με την ένοπλη ομάδα του, όταν αυτός τον χρειαζόταν. Το 1802 ο Θ. Κολοκοτρώνης βοήθησε τον Κωνσταντή Δουράκη στην πολιορκία του Νικολάου Κιτρινιάρη στην Ανδρούβιστα.
   Ο Κωνσταντής Δουράκης το καλοκαίρι του 1803 δεν αναφέρεται στην πολιορκία του μπέη Κουμουντουράκη, όπου έλαβαν μέρος πολλοί από τους καπεταναίους της Μάνης. Πιθανώς η απουσία του να ήταν αποτέλεσμα της φιλίας που τους σύνδεε.
   Μετά το διορισμό του Αντωνόμπεη Γρηγοράκη ως μπέη της Μάνης, ο Μαγγιόρος Μπεηζαδές Πιέρος Τζαν. Γρηγοράκης, διωκόμενος από τους τούρκους κατέφυγε στην Καστάνιτσα κοντά στον Αναγνώστη Βενετσανάκη και από εκεί επηρέαζε τα γύρω χωριά να μην πληρώνουν το φόρο. Πιθανώς αυτή να ήταν η αιτία που ο Καπουδάν Πασάς (Ναύαρχος του τουρκικού στόλου), στον οποίο υπαγόταν η Μάνη, στις 8 Φεβρουαρίου 1804 με έγγραφο του προς τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη αξιούσε να τιμωρήσει ο Μπέης όλους τους άτακτους Μανιάτες, «...να παιδεύσης σκληρώς όλους εκείνους τους κατοίκους της Μάνης... και μάλιστα τον καπετάνιον Κωνσταντή Δουράκην, τον οποίον να τον ευβάλης από την καπετανία και να τον παιδεύσης ως άτακτον και παρήκοον, επειδή μας επληροφόρησε τα περί αυτού ο περί τα αυτόθι μεμούρης ημέτερος, προσφιλέστατος Καπετάνια πέγης και όσοι άλλοι από τους λοιπούς καπετάνιους είναι τοιούτοι άτακτοι και απειθείς, να τους αλλάξεις και να τούς παίδευσης...».
Ο W. Leake αναφορά του της 3ης Μαΐου 1805 προς το Υπουργείο των εξωτερικών της χώρας του γραφεί τα ακόλουθα : ‘… Ο Δουράκης και ο Βενετσανάκης καπετάνιοι της Καστάνιας και της Καστάνιτσας είναι και οι δυο εχθροί της παρουσης κυβερνήσεως (του Αντωνόμπεη Γρηγοράκη) και καθώς ο μεγάλος αντίπαλος του Μπέη, ο Πίερος Μπεηζαδές, κατοικεί σε αυτό το μέρος της επαρχίας μπορεί να θεωρηθεί ως το κέντρο του επαναστατικού κόμματος των Γαλλοφίλων…’
   Στις αρχές του 1806 έγινε ο μεγάλος κατατρεγμός της κλεφτουριάς του Μοριά. O Θ. Κολοκοτρώνης ξεκίνησε από τα πηγάδια της Αβίας με 120 παλληκάρια και αφού κατέστρεψε τα Βέρβενα, πέρασε στη δυτική πλευρά του Ταϋγέτου. Στη συνέχεια κατέβηκε στην περιοχή της Καλαμάτας και αποχώρησε στο  Αλητούργι (Στενύκλαρος) της Μεσσηνίας, όπου έδωσε την πρώτη μάχη και από εκεί άρχισε η μεγάλη καταδίωξη την όποια περιληπτικά μας περιέγραψε ο ίδιος στα Απομνημονεύματα του. Αφού οι περισσότεροι από τους κλεφτές και ιδιαίτερα τα μέλη της οικογενείας του έχασαν τη ζωή τους αυτός με τέσσερις από  τους συντρόφους του πέρασε στην αυτόνομη περιοχή τα ης Μανής. Οι δυο από αυτός ήταν Μανιάτες και πήγαν στα σπίτια τους Κολοκοτρώνης με τους άλλους δυο, που ήταν Ρουμελιώτες, κατέφυγαν στη Καστάνια στον πύργο του Δουράκη, όπου έμειναν κρυμμένοι περίπου ένα μήνα.
   Ο Θ .Κολοκοτρώνης με τη διήγηση του καταγγέλλει τον Κωνσταντή Δουράκη ότι σε συνεργασία με τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη  προσπάθησαν να τον παραδώσουν στους Τούρκους αντί 50.000 γροσιών. Ακόμη κατέληξε στο ταπεινωτικό για τους κατοίκους της Μάνης συμπέρασμα ότι : «Οι Μανιάται λησμονούν όλα για τα γρόσια». Το θέμα αυτό της προδοσίας θα το αναπτύξουμε σε ιδιαίτερα κεφάλαιο διότι μια καταγγελία δεν θα πρέπει να περάσει αβασάνιστα στην ιστορία ως καταδίκη. Στο σημείο αυτό θα θυμίσουμε μόνο ότι ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης αναιρεί τον εαυτό του υπαγορεύοντας μετά από λίγες σελίδες ότι «…είναι  συνηθεία εις την Μάνη να υπερασπίζονται όσους καταφεύγουν εις την οικίαν των».
   Στις 15 Αύγουστου1806 πήγε στο Μαραθονήσι (Γύθειο) και υπέγραψε το υποσχετικό στον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη. Υπογράφει ως «Καπετάν Κωσταντής Τουράκης με τον τόπο μου’ και η υπογραφή του είναι τελευταία στο έγγραφο. Έχει παραληφτεί  όμως από τον ανώνυμο, που δημοσίευσε το 1858 το υποσχετικό αυτό έγγραφο.
   Ο Κωνσταντής Δουράκης είχε την ατυχία να απόκτηση και έναν ακόμη κατήγορο, το μυθοπλάστη Eλληνογάλλο  περιηγητή EYemeniz, ο όποιος γράφοντας για τον Τζανήμπεη Γρηγοράκη, προσθέτει τα ακόλουθα: «… Γι’ αυτό όλοι, νέοι άνθρωποι και γέροι τον λάτρευαν εκτός από έναν Δουράκη που ζούσε σαν αγριογούρουνο, που καταπιέζοντας και κλέβοντας τους αδύνατους, δεν ονειρευόταν παρά να διασκεδάζει με την ερωμένη του, ενώ ο λαός δυσφορούσε. Ο Δουράκης ήθελε να καταλάβει τη Μηλιά και το Μαραθονήσι και να υποτάξει όλη τη χώρα στην κυριαρχία του. Καλεί τους Τούρκους, στρατολογεί ένα στρατό στην ξέρα και ένα στόλο στη θάλασσα μετά προχωρεί στην Ανδρούβιστα, αλλά θαρραλέοι νέοι άνθρωποι εμποδίζουν την πορεία του…». Η αναφορά του Leake που μνημονευθεί προηγουμένως, διαψεύδει την εχθρότητα του Δουράκη με τον Τζανήμπεη Γρηγοράκη, άλλωστε ο Δουράκης ήταν ένας μικρό-καπετάνιος σε μεσόγεια περιοχή και δεν είχε τη δυνατότητα να κατασκευάσει στόλο για να καταλάβει το Μαραθονήσι .
   Θα μπορούσε να θεωρηθεί το σε όλα αυτά υπήρχε ένας πυρήνας αληθείας αν ο συγγραφέας εννοούσε ότι ο Δουράκης είχε σκοπό να συνδράμει γύρω στο έτος 1795 τον Κουμουνδουράκη , με τον οποίο διατηρούσε καλές σχέσεις. Τότε περίπου ο Κουμουνδουράκης ήρθε σε ένοπλη σύγκρουση με τον Τζανήμπεη Γρηγοράκη , που οδήγησε τον ίδιο στις φυλακές του Τουρκικού ναυστάθμου και ακόμη κάποτε χτύπησε την Ανδρούβιστα, αλλά τον σταμάτησαν οι Τρουπάκηδες . Βέβαιο όμως είναι ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αβασάνιστα ο Yemeniz ως ιστορική πηγή, γιατί είναι αδύνατον να οδηγήσει σε σοβαρές πλάνες.
   Ακόμη ο Yemeniz ενοχοποιεί κάποιον Δουράκη , χωρίς βαφτιστικό, για το φόνο του Νικολάου Κορφιωτάκη τότε υπουργού Παιδείας, που συνέβη στην Αθήνα το απόγευμα της 20ης Αύγουστου 1850 στην εξωτερική θύρα του σπιτιού του. Θεωρεί επίσης μέλη της οικογένεια Μαυρομιχάλη ως ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας, οι οποίοι όμως τελικά κατόρθωσαν να συγκαλύψουν την υπόθεση.
   Ο καπετάν Κωνσταντής Δουράκης, όπως συνηθιζόταν να λέγεται, υπέγραψε στις 3 Αυγούστου 1813 το συνυποσχετικό έγγραφο στο Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη ως «καπετά Κωσταντής», που θεωρείται το δεν μπορεί να είναι άλλος. Στις Κιτριές συγκεντρώθηκαν τότε οι καπετάνιοι της Μάνης και υπέγραψαν το έγγραφο που τους δέσμευε στα ακόλουθα : α) ότι θα είναι ευπειθείς προς το Μπέη, ότι θα τον συνδράμουν να συγκεντρώνει τους φόρους και να τιμωρεί τους κακότροπους, β) δεν θα γίνονται δεκτοί οι κλέφτες στον τόπο ή στο σπίτι του κάθε καπετάνιου αλλά θα καταδιώκονται και θα αφανίζονται , γ) θα βοηθούν το Μπέη, όταν καταδιώκει κακότροπους και δ) αυτός που δεν θα τηρεί τις υποχρεώσεις του, θα καταβάλει 15.000 γρόσια στον Καπουδάν Πασά.
   Από ένα υπόμνημα που βρέθηκε στα ολλανδικά αρχεία, χρονολογούμενο περίπου από το 1815-17 και του οποίου ως συγγραφέας φέρεται ο Γάλλος έμπορος Sauvaire, που ήταν από το 1770 εγκατεστημένος στην Κορώνη , πληροφορούμεθα τα ακόλουθα : «... Η Μηλιά (πρόκειται για την Καστάνια ) που δεν έχει απέχει παρά 6 λεύγες από το Μυστρά διοικείται από τον Κωνσταντίνο Δουράκη, ενώ η άλλη (καπετανία)  που είναι κοντά στα Βαρδούνια από το Βενετσανάκο, απόγονο μίας από τις πιο παλιές οικογένειες της Μάνης. Αυτοί οι δυο αρχηγοί που μπορούν να συγκεντρώσουν 1.500 οπλοφόρους, συχνά συνδράμουν άλλους καπετάνιους που διεξάγουν μικροπολέμους …».
   Τελευταία φορά αναφέρεται ο Κωνσταντής Δουράκης στην καταγραφή των καπετανιών με τη δύναμη στρατιωτών της κάθε μίας, που συνέταξε ο Αναγνωσταράς για τη Φιλική Εταιρία και τον φέρει με δυνατότητα στρατολογίας 400 ένοπλων. Ο μεγάλος αριθμός των ενόπλων μπορεί να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη γύρω από την Καστάνια πολλών ποιμένων, που ζούσαν κατά οικογένειες και δεν συνιστούσαν οικισμούς.
    Δεν γνωρίζουμε αν στις 23 Μαρτίου 1821 ζούσε ο Κωνσταντής Δουράκης. Στην περίπτωση που βρισκόταν στη ζωή, θα πρέπει να ήταν γέρος και ανήμπορος για τον αγώνα. Στα αρχεία του Ρήγα Παλαμήδη, που αναφέρονται οι λαβόντες μέρος στην Επανάσταση, σημειώνεται :’Εις την Μεγάλη Καστάνια ο Καπετάν Γιώργης Δουράκης, υιόν ένα, τον Κωνσταντή και αδελφό έναν τον Αλεξανδρή’. Δεν αναφέρεται όμως ο Παναγιώτης Κ. Δουράκης, του οποίου η συμβολή στον αγώνα δεν ήταν ευκαταφρόνητη.
    Για την απελευθέρωση της Καλαμάτας αναφέρονται δύο από τα παιδιά του, ο Γεώργιος και ο Παναγιώτης, άλλοτε πάλι μνημονεύεται η οικογένεια του χωρίς όμως το δικό του όνομα.

    Όπως γράφει ο Β. Πατρειαρχέας , η σύζυγος  του Κωνσταντή Δουράκη ήταν της οικογενείας Πατριαρχέα . Από το γάμο τους γεννήθηκαν τρία αγόρια και μία κόρη, ο Γεώργιος , ο Παναγιώτης, ο Αλέξανδρος και η κόρη η οποία έγινε σύζυγος του Διονύσιου Μούρτζινου.


Η Καστάνια

Η Καστάνια, η Μεγάλη Καστάνια είναι κτισμένη στις δυτικές πλαγιές του Ταΰγετου, στο Ζυγό της Μάνης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 560 μέτρων και ολόγυρα περιβάλλεται από υψώματα, ώστε να είναι αθέατη και υπήνεμος, αφήνοντας μία μόνο διάβαση από τη δυτική της πλευρά. Στα ανατολικά και νότια είναι το ύψωμα Σωτηρίτσα (1177 μέτρα) πού χωρίζει την Καστάνια από την Πιάλα(Καρυοβούνι) και την κορυφογραμμή του Ταΰγετου. Βορειοανατολικά βρίσκεται το ύψωμα του Αγιοκήρυκος (1470 μ.) και βορειοδυτικά το ύψωμα Κάστρο (1298 μ.) που ίσως παλαιά να ήταν εκεί κάποια οχυρωμένη θέση.



   Το σημαντικότερο μνημείο της Καστάνιας είναι ο ναός του Αγίου Πέτρου , ο οποίος είναι χτισμένος από το 12ο αιώνα, ενώ οι ναοί μεταγενέστερης κατασκευής φανερώνουν την ύπαρξη μίας συνέχειας της ζωής του τόπου. Ίχνη καταστροφών δεν φαίνονται στα μνημεία του χωριού.



   Η Καστάνια αναφέρεται για πρώτη φορά στις ιστορικές πηγές το 1278. Τότε, άνδρες από τη γειτονική Ανδρούβιτσα λήστεψαν πλοιάριο που άνηκε στον Alberto Maragon και Johanni Conde, το οποίο μετέφερε αλάτι και λάδι από τη Βενετοκρατούμενη Κορώνη στην Καστάνια, η οποία άνηκε στους Βυζαντινούς του Μυστρά. Οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο του Λεύκτρου (Belforte), στο οποίο καπετάνιος ήταν ο Μακρυδούκας.
    Μετά τη λήξη του Τούρκο-Βενετικού πολέμου (1463-1479) και ύστερα από μία μακρά περίοδο σιγής των ιστορικών πηγών η Καστάνια επανεμφανίζεται στο προσκήνιο. Τότε για πρώτη φορά οι Τούρκοι επεξέτειναν την κατάκτηση τους στη Μάνη και εγκατέστησαν για βραχύ χρονικό διάστημα φρουρές στα οχυρά της σημεία. Τον επόμενο όμως χρόνο, το 1480, ο Κορκόδειλος Κλαδάς στασίασε, ακολουθούμενος δε από τους στρατιώτες του, εγκατέλειψε του Βενετούς και την πόλη της Κορώνης για να ξεσηκώσει τη Μάνη. Με τη συμμετοχή των Μανιατών στην επανάσταση του εξοντώθηκαν οι τουρκικές φρουρές και ελευθερώθηκαν τα Κάστρα της Μεγάλης Μάνης, του Οιτύλου, της Καστάνιας, η Πιάλα, το Πραστείο, το κάστρο της Ανδρούβιστας, το Λεφτίνι, ο πύργος των Γαϊτσών, το κάστρο της Μαντινείας κ.α.
   Η αντίδραση των Τούρκων ήταν άμεση και αποτελεσματική. Εισέβαλαν στη Μάνη από την ανατολική και τη δυτική της πλευρά και μετά από φονική μάχη, που έγινε στη Μεγάλη Καστάνια ή τη Μικρή Καστάνια, ο Κλαδάς αποχώρησε και η Μάνη άρχισε το μακραίωνο πόλεμο εναντίον των Τούρκων.
   Το 1618 ο Πέτος Μέδικος-Γιατρός εκπροσωπούσε τους Μανιάτες και είχε επαφές με το δούκα του Νέβερ, για την απελευθέρωση της Βαλκανικής από τους Τούρκους. Σε στατιστική του κατέγραψε τα χωριά της Μάνης με τον αριθμό των σπιτιών που είχε το καθένα και σημείωσε: «Καστάνια 150 σπίτια». Τονίζεται ότι ήταν εάν από τα μεγαλύτερα χωριά της Μάνης, που, κατά σειρά, είχαν τότε : το Οίτυλο 400 σπίτια, η Κελεφά 300 σπίτια, η Καστάνια και η Πλάτσα 150 σπίτια, η Επάνω Μηλέα 120 σπίτια, το Προάστειο και η Λάγια από 100 σπίτια κλπ.
   Με αίτηση των κατοίκων του Ζυγού της Μάνης, το 1621, ιδρύθηκε η αρχιεπισκοπή της Πλάτσας, που περιελάβανε την περιοχή από το Οίτυλο μέχρι την Ανδρούβιστα και σε αυτή υπαγόταν η Καστάνια.
    Το 1655 σε έγγραφο, που διαιρούσε τη Μάνη σε Άνω και Κάτω, αναφέρεται το χωριό ‘’Cartagniotes’’, το οποίο πιθανολογείται ότι ήταν η Μεγάλη Καστάνια.
    Την επόμενη χρονιά από την πτώση του Ηρακλείου της Κρήτης στα χέρια των Οθωμανών, το 1670, κατέβηκε στην Πελοπόννησο τουρκικός στρατός, προκειμένου να υποτάξει τη Μάνη. Έγινε όμως συμφωνία μεταξύ του Μανιάτη Λιμπεράκη Γερακάκη και των Τούρκων, ώστε χωρίς πόλεμο, να χτίσουν οι τελευταίοι κάστρα στη Ζαρνάτα και στην Κελεφά. Με την ευκαιρία αυτή ταξίδεψε στη Μάνη ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιά Τσελεμπί, ο οποίος άφησε οδοιπορικό, που οι πληροφορίες του δεν χαρακτηρίζονται πάντοτε για την ακρίβεια τους και αναφέρει για το χωριό Καστάνια τα ακόλουθα: «Είναι χτισμένο σε μια χαράδρα και περιβάλλεται από απότομους βράχους με φωλιές γερακιών. Τα τριακόσια κεραμόσπιτα σπίτια είναι χτισμένα μέσα σε ελαιόδεντρα, συκιές και περιβόλια. Υπάρχουν πολλές πηγές νερού, καθώς και γοητευτικοί άνθρωποι. Το χωριό προσφέρει τετρακόσιους ένοπλους άπιστους. Οι Καστανιώτες υπακούουν στους κατοίκους του Πραστείου.»
   Στην περίοδο της πρώτης τουρκοκρατίας οι κάτοικοι της Καστάνιας πλήρωναν φόρο, τον οποίο μετά το 1685 έπρεπε να καταβάλουν στους Βενετούς, οι οποίοι διαδέχτηκαν τους Τούρκους ως νέοι κατακτητές μέχρι 1715. Το 1692 σε ένα βενετικό κατάστιχο αναφέρεται ότι η Καστάνια και το Πραστείο έπρεπε να πληρώσουν από κοινού για φόρο, που επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν di mactu , 417 ½ ρεάλια ενώ οι κάτοικοι των χωριών πλήρωσαν μόνο 133 ½ , ισχυριζόμενοι με αποδεικτικά στοιχεία, πως τόσα κατέβαλαν και στους Τούρκους. Άξιο προσοχής είναι ότι η πληρωμή φόρου της Καστάνιας έγινε από κοινού με το Πραστείο και ότι ο Εβλιά Τσελεμπί έγραψε ότι οι Καστανιώτες υπακούουν στους κατοίκους του Πραστείου. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι εύποροι κάτοικοι του Πραστείου, που διέθεταν τότε και εμπορικό στόλο, είχαν στην Καστάνια τους ποιμένες για τα κοπάδια τους, εκεί  εύρισκαν εργατικά χέρια και πιθανώς διέμεναν κατά τους θερινούς μήνες.
   Η Καστάνια ήταν εάν μεγάλο χωριό, γι’ αυτό και το 1836 απετέλεσε ιδιαίτερο δήμο. Όμως στην απογραφή του 1829, που έγινε από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή σημειώνονται μόνο 12 οικογένειες, που θα μπορούσε να εξηγηθεί, αν δεχθούμε ότι οι κάτοικοι ήταν κτηνοτρόφοι και την εποχή της αποφυγής είχαν αποσυρθεί στις ψηλότερες πλαγιές του Ταΰγετου. Σε χωρογραφικό πίνακα από το 1846 οι κάτοικοι ήταν 348. Αργότερα στις απογραφές ο πληθυσμός της κυμαινόταν μεταξύ 450 και 530 κατοίκων, αλλά μετά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο περιορίστηκε σημαντικά.
   Το 1836 δήμαρχος του δήμου Καστάνιας ορίστηκε ο Χριστόδουλος Δουράκης και εισπράκτορας ο Ι. Κουτρέας, αλλά το 1839 υπηρετούσε ως δήμαρχος ο Κωνσταντίνος Κ. Παναγόπουλος. Το 1841 με τη συγχώνευση των δήμων σχηματίστηκε ο δήμος Λεύκτρου, ο οποίος περιλάμβανε και την Καστάνια.
   Στην περιοχή της Καστάνιας υπήρχαν δυο μοναστήρια, του Αγίου Κωνσταντίνου και της Παναγιάς Φανερωμένης. Η μονή του Αγίου Κωσταντίνου βρίσκεται βόρεια του χωριού, μεταξύ των υψωμάτων Κάστρο και Αγιοκήρυκος και τότε ήλεγχε το δρόμο προς τα μοναστήρια του Αγίου Σαμουήλ και της Βοϊδονίτσας και ακόμη προς την κορυφογραμμή του Ταΰγετου και την Ανδρούβιτσα. Η μονή της Παναγίας Φανερωμένης βρίσκεται βορειοδυτικά του χωριού, δυτικά του υψώματος Κάστρο, στο δρόμο που ενώνει την Καστάνια με τη Σαϊδόνα και το 1843 ήταν διαλελυμένη και αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειας Δουράκη. Βορειότερα της μονής Φανερωμένης υπάρχει σήμερα μικρός οικισμός με το όνομα Νιόκαστρο, που άνηκε και αυτός στην οικογένεια Δουράκη.




Η καπετανία της Καστάνιας
   
Για την ιστορία της Μάνης των πρώτων δεκαετιών της δεύτερης τουρκοκρατίας του Μοριά (1715-1821) δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς διαμορφώθηκαν οι καπετανίες της Έξω Μάνης και ο χρόνος που αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη η καπετανία της Καστάνιας.
   Ο ανέκδοτος κώδικας της μονής της Τίμιοβας σε συνδυασμό με οικογενειακές παραδόσεις μπορούν να μας οδηγήσουν σε μια νεφελώδη και ασαφή εξελικτική πορεία των τοπικών καπετανιών. Αναφέρεται ότι το 1715 αναγνωρίστηκαν από την τουρκική διοίκηση τρείς καπετάνιοι για τη Μάνη. Ο καπετάν-Γιαννάκης Κουτήφαρης ήταν στο Ζυγό, που συμπεριλαμβάνει και την Ανδρούβιστα και ο Αντώνης Φωκάς-Καβαλιεράκης-Κοσονάκος ήταν στην Καρούπολη και εξουσίαζε όλη την ανατολική Μάνη. Υπήρχε και τέταρτη καπετανία της ‘’Κακαβουλίας’’, αλλά δεν αναφέρεται εκεί αρχηγός. Το 1718, σύμφωνα με παράδοση, οι τρείς αυτοί καπετάνιοι συναντήθηκαν στη μονή της Τίμιοβας, όπου ο Ξανθός Γιατρός-Ξανθάκης δηλητηρίασε τον καπετάν-Γιαννάκη Κουτήφαρη και προφανώς  επεξέτεινε την κυριαρχία του στο Σταυροπήγι του καπετάν-Ξανθάκη και ίσως και βορειότερα. Για την επικράτηση στο Σταυροπήγι του καπετάν-Ξανθάκη παρέχει ένδειξη ο κώδικας της μονής της Τίμιοβας, γιατί στις 28 Απριλίου 1723 ο Ξανθός Ξανθάκης και ο Αντώνης Καβαλιεράκης υπέγραψαν ως μάρτυρες στην παραχώρηση που έγινε στο μοναστήρι από το Διονύσιο Φραγγίνα. Αν υπήρχε άλλος καπετάνιος στο Σταυροπήγι, δεν θα άφηνε να πάνε μόνοι οι δύο ξένοι και θα υπέγραφε αυτός ή και αυτός ως ο πλέον αρμόδιος.
   Από παράδοση της οικογένειας Τρουπάκη που κατέγραψε ο Α. Γούδας, πληροφορούμεθα ότι οι κάτοικοι της Ανδρούβιστας πλήρωναν φόρο λαδιού σε κάποιον καπετάνιο ονομαζόμενο Ξανθό, προφανώς τον Ξανθό Ξανθάκη της Μηλιάς. Επειδή κάποια χρονιά η συγκομιδή των ελιών ήταν μικρή, ο Μιχαήλ  Παλαιολόγος, γενάρχης των Παλαιολόγων-Τρουπάκηδων, πρότεινα να καταβάλουν το μισό φόρο. Στην προσπάθεια του ο καπετάν Ξάνθος να συγκεντρώσει ολόκληρο το φόρο διά της βίας ήρθε σε ένοπλη σύγκρουση με τον Παναγιώτη Μιχ. Παλαιολόγο-Τρουπάκη και ηττήθηκε. Έκτοτε και μέχρι την επανάσταση του 1821 η περιοχή της Ανδρούβιστας απετέλεσε ιδιαίτερη καπετανία υπό τους Παλαιολόγους-Τρουπάκηδες.
   Φαίνεται ότι στην καπετανία των Τρουπάκηδων κάποτε υπαγόταν και το Σταυροπήγι. Ο Πέτρος Κουτήφαρης στις ανέκδοτες σημειώσεις του αναφέρει ότι μετά τη δολοφονία του Καπετάν Γιαννάκη Κουτήφαρη «...η επαρχία υπέκυψε εις την επιρροήν του της Ανδρουβίστης άρχοντος οίκου του Τρουπάκη, όστις, κυριεύσας το φρούριον Ζαρνάτας και την αρχήν αυθαιρέτως καταλαβών, ήρχε της επαρχίας ταύτης οικεία δυνάμει...». Στην συνέχεια υπήρξε ένοπλη αναμέτρηση για την καπετανία του Σταυροπηγίου μεταξύ των Κουμουνδουράκηδων και των Τρουπακήδων και αναφέρονται εναλλαγές στην κυριαρχία. Αργότερα οι Τρουπάκηδες υποστήριζαν τους Κουτηφαραίους, οι οποίοι συγκρούονταν με τους Κουμουνδουράκηδες και τελικά στο Σταυροπήγι δημιουργήθηκαν δυο καπετανίες, των Κουμονδουράκηδων και των Καπετανάκηδων, οι οποίοι ήταν οι εξ αρρενογονίας απόγονοι του καπετάν-Γιαννάκη Κουτήφαρη.
   Πληροφορούμεθα, από την υπ’ αριθ. 154 καταχώρηση του κώδικα της μονής της Τίμβιοβας του έτους 1749, ότι ο Γεώργιος Λαζαρής από τα Πηγάδια έκανε στη μονή αφιέρωση και όρισε ως επίτροπο και βεκίλη(αντιπρόσωπο) τον Πέτρο Παν. Τρουπάκη ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ‘’αυθέντης του τόπου’’. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η διατύπωση, αν δεν ήταν τον καιρό εκείνο καπετάνιος και στο Σταυροπήγι.
   Μετά τα Ορλωφικά στην περιοχή της Έξω Μάνης υπήρχαν επτά καπετανίες, τις οποίες κατονομάζει ο Νικήτας Νηφάκης. Στο Περοβούνι της Τρικότσοβας ήταν ο Καπετανάκης, στη Ζαρνάτα-Κιτριές ο Κουμουνδουράκης, στην Καρδαμύλη ο Τρουπάκης, στην Καστάνια ο Δουράκης, στην Καστανίτσα ο Βενετσανάκης, στη Μηλιά ο Κυβέλος και στο Ζυγό(Πλάτσα) ο Χρηστέας. Φαίνεται ότι  με την πάροδο του χρόνου έγινε ένας τεμαχισμός των αρχικών καπετανιών, αλλά δεν μπορούμε να καθορίσουμε χρονολογικά την αναγνώριση της κάθε μίας καπετανίας.
   Στην Καστάνια αναφέρεται ως μοναδικός καπετάνιος ο Κωνσταντής Δουράκης. Δεν είναι γνωστοί  οι πρόγονοι του και η πιθανή ισχύς την οποία διέθεταν. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι από την εποχή της Βενετοκρατίας (1685-1715) κάθε χωριό είχε τον τοπικό του καπετάνιο, που διέθετε μια μικρή ομάδα ένοπλων για την τήρηση της τάξεως. Οι καπετάνιοι των χωριών μιας περιοχής υπάκουαν σε έναν ισχυρότερο καπετάνιο, ο οποίος είχε ευθύνη απέναντι στους Βενετούς του περιφερειακού κάστρου. Δεν αναφέρεται σαφώς αν από την εποχή των Βενετών η οικογένεια Δουράκη είχε την πρώτη θέση στην Καστάνια ή αναδείχτηκε αργότερα.
   Σε επιστολή του Διονυσίου Μούρτζινου της 4ης Ιανουαρίου 1830 πηρός τον καπετάν Γιωργάκη Αντ. Γρηγοράκη, με την οποία καταφέρεται κατά της οικογένειας του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κύριοι τα σημαντικά σπίτια της Δυτικής Σπάρτης είναι εκείνα όπου εφάνησαν και φαίνονται απ’ αιώνες. Είς το Σταυροπήγι είναι ο Κουμουνδουράκης και ο Καπετανάκης, είναι και τρίτα άλλα σπίτια πολλά. Είς την Ανδρουβίστα είναι ο Τρουπάκης, είναι και άλλα δεύτερα και τρίτα. Είς την Καστάνια είναι ο Ντουράκης και άλλα μικρότερα του, είς τον Ζυγόν είναι ο Χριστέας και ο Αλεξάκης και άλλα τρίτα πολλά, εις την Μηλιά είναι ο Κύβελος είναι και άλλα δεύτερα, εις την Καστάνιτζαν είναι οι Βενετζανιάνοι. Διά τους Μαυρομιχάληδες τους οποίους σήμερον σείς υμνείτε είναι ισότιμοι τους η οικογένεια των Κυριακουλιάνων, είναι και η οικογένεια των Νικολιάνων όπου είναι ο Βοΐδης, είναι και μέρος Γιαννιάνων και Αβραμιάνων...»
    Το 1805 πέρασε από τη Μάνη ο Άγγλος περιηγητής W. Leake, ο οποίος ανέφερε τους τότε ισχύοντες καπετάνιους. Στην Καστάνια, την οποία χαρακτήρισε ως εάν από τα μεγαλύτερα χωριά της Μάνης, έγραψε ως καπετάνιο τον Κωνσταντίνο Νικοράκη, που πρόκειται περί λανθασμένης αναγραφής του Δουράκης. Ανάλογο λάθος έκανε και ο Γάλλος Pouqueville, ο οποίος τον τοποθέτησε στην Μηλιά και έγραψε πάλι λανθασμένα το όνομα του ως Κωνσταντίνος Δουραχάρης.

   
Το ‘κατηγορώ’ του Θ. Κολοκοτρώνη
       
Ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών της Πελοποννήσου άρχισε τον Ιανουάριο του 1806 και το Φεβρουάριο ο Θ. Κολοκοτρώνης, συνοδευόμενος από τέσσερα μόνο παλικάρια και μετά από δραματική καταδίωξη, κατόρθωσε να πλησιάσει στη Μάνη. Νύχτα έφτασε στη Γιάννιτσα (σήμερα Ονομάζεται Ελαιόχωριο και βρίσκεται ανατολικά της Καλαμάτας), όπου αντίκρυσε κοιμισμένος Τουρκοβαρδουνιώτες όμως ο Θ. Κολοκοτρώνης απαρατήρητος να ανηφορίσει στη Σέλιτσα (Άνω Βέργα) . Φθάνοντας στη Μάνη, δύο από τους συντρόφους του που ήταν Μανιάτες πήγαν στα σπίτια τους, ενώ ο ίδιος με τους δύο άλλους Ρουμελιώτες προχώρησαν μέχρι την Καστάνια, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.
    Ο Θ. Κολοκοτρώνης με τους δυο συντρόφους του κρύφτηκαν στον πύργο του Δουράκη και για ένα μήνα η εκεί παραμονή τους δεν είχε γίνει γνωστή. Αυτό ήταν αναγκαίο, γιατί στην καταδίωξη των κλεφτών συμμετείχε και ο Μπέης της Μάνης, του οποίου ήταν διαρκής υποχρέωση να μην επιτρέπει στους κλέφτες να βρίσκουν άσυλο στη Μάνη. Μόνο ο ηγούμενος του μοναστηριού ήταν γνώστης της φιλοξενίας που παρείχε ο Δουράκης.
    Παρά το γεγονός ότι ο Μπέης κατεδίωκε τους κλέφτες, ο Κωνσταντής απεκάλυψε στον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη ότι φιλοξενούσε το συμπέθερο του Θ. Κολοκοτρώνη και ο Μπέης του απάντησε : ‘κρύψε τον διότι δεν συμφέρει να μη γλυτώσει κανένας από αυτή τη φαμίλια’. Προφανώς εννοούσε ότι σε μελλοντική επανάσταση, θα ήταν χρήσιμος στην πατρίδα.
    Στις 15/27 Φεβρουαρίου 1806 ο Άγγλος περιηγητής E. Dodwell πληροφορήθηκε ότι οι Τούρκοι χτύπησαν τους κλέφτες στα Πηγάδια (Της Αβίας) και ο W. Leake έγραψε ότι οι Τούρκοι έκαψαν αυτό το χωριό, προφανώς για να μη βρίσκουν εκεί καταφύγιο οι κλέφτες.
    Φαίνεται πως από την επιδρομή αυτή οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν ότι 27 κλέφτες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Νικήτας Τρίγγας , ο Κούστας, ο Μελιγαλιώτης κ.α., κρυβόντουσαν στα Πηγάδια. Στις 26 Φεβρουαρίου 1806 ο Πασάς της Τριπολιτσάς ή Μόρα Βαλεσή Σεΐτ Οσμάν έστειλε επιστολή στον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη και τον επέπληττε για την μέχρι τότε αδράνεια του στην καταδίωξη των κλεφτών. Συγχρόνως δε τον διέταζε να συλλάβει ή να εξοντώσει το Νικήτα και τους άλλους κλέφτες, οι οποίοι εύρισκαν καταφύγιο στη Μάνη. Επειδή όμως η Μάνη, όπως και τα νησιά, υπάγονται απ’ ευθείας στον Καπουδάν πασά, που τότε ήταν ο Χαφζή Ισμαήλ , ο πασάς της Τριπολιτσάς Σεΐτ Οσμάν αναγκάστηκε να καταγγείλει στο Δοβλέτι το Μπέη της Μάνης, για την ανοχή που επεδείκνυε απέναντι στους κλέφτες. Στις 20 Απριλίου, μετά από παρέμβαση του Σουλτάνου ο Χαφζή Ισμαήλ πασάς με έγγραφο του αξίωνε από τον Αντωνόμπεη τη σύλληψη του Νικήτα.
    Σχετικά με τα αναφερθέντα προηγουμένος περί προδοσίας ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευε στη διήγηση του : «…Εκάθησα κρυμμένος ένα μήνα εις το σπίτι του Δουράκη. Ήλθε ένας Νικήτας από του Τουρκολέκα και με ηύρε με μια εικοσιπενταριά, και του είπα : να ευρούμε καΐκι και ν’ απεράσωμε εις την Ζάκυνθο. Αυτός ενόμιζε ότι δεν είναι πλέον φόβος διά να υπάγη  εις το Μεσόγειον του Μωρέως, και εγύρισε οπίσω. Οι Τούρκοι τους εσκότωσαν όλους, μόνον ένας επιάσθη ζωντανός, ο οποίος επήγεν εις την Τριπολιτζάν. Τον εζήτησε εκεί ο πασάς : αν εσκοτώθηκαν όλοι και αυτός του απεκρίθη ότι όλοι εχάθηκαν εκτός από το Θεοδωράκη τον Κολοκοτρώνη. Τότε ο πασάς εθύμωσε και έκοψε κάμποσους Τούρκους και Ρωμαίους όπου εβεβαίωναν ότι ο Θεοδωράκης ήταν χαμένος. Αυτή η φήμη του χαμού μου έκαμε να ησυχάσουν τους Τούρκους. Αφού το έμαθεν ο Πασάς, ότι εγώ ζω ακόμη  και είμαι εις την Μάνη, έστειλε τον Παπάζογλου από τον Άγιο Πέτρο με 50.000 γρόσια εις τον Μπέη της Μάνης. Αφού ήλθε ο Παπάζογλους εις την Μάνη, έκραξε τον καπετάν Κωνσταντή Δουράκη εις ταίς Κυτριαίς εκεί του είπε ο Μπέης, σου δίνω τόσαις χιλιάδες διά να δώσης τον Κολοκοτρώνη : ‘Έλαβα μια σφικτή διαταγή και μου λέγει, οτί αν δεν πιάσω τον Κολοκοτρώνη θέλει γράψω εις τον Καπετάν-Πασά να σ’εβγάλη από το Μπεϊλίκι. Ο Δουράκης σαν είδε τα γρόσια έστρεξε να με παραδώση. Οι Μανιάται Λησμονούν όλα διά τα γρόσια…».
   Από το ημερολόγιο του Άγγλου περιηγητή Leake μαθαίνουμε ότι στις 15/27 Μαρτίου 1806 Κυκλοφορούσε στην Τρίπολη η φήμη, ότι ο κλεφτό-καπετάνιος Νικήτας κατέφυγε στη Μάνη και τον  κατεδίωκε ένα στειρωτικό απόσπασμα του Πασά και ως 400 αρματωμένοι Χριστιανοί. Την επομένη, στις 16/28 o Leake σημείωσε ότι η ομάδα του Νικήτα, προσπαθώντας να επιστρέψει στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, εξοντώθηκε ολοκληρωτικά εκτός από έναν παραγιό , που οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Τρίπολη. Την ίδια ημέρα εξέθεσαν το κεφάλι του Νικήτα στον πλάτανο του σεραγιού. Είναι σημαντικό ότι ο Leake δεν αναφέρει την πληροφορία της παρουσίας του Θ. Κολοκοτρώνη στη Μάνη, γιατί, όπως φαίνεται δεν έγινε γνωστή στην Τρίπολη, ούτε επιβεβαιώνει τον Θ. Κολοκοτρώνη ότι ο Πασάς αποκεφάλισε ‘κάμποσους Τούρκους και Ρωμαίους’. Τέτοια γεγονότα θα αποτελούσαν συνταρακτικές ειδήσεις για την Πόλη και ο Άγγλος περιηγητής-κατάσκοπος δεν θα παρέλειπε να τις αναφέρει.
   Ο Θ. Κολοκοτρώνης μας ομολογεί πότε και πώς δημιουργήθηκαν οι πρώτες υποψίες του. Ο Κωνσταντής Δουράκης πήγε στις Κιτριές, για να συναντήσει τον Αντωνόμπεη και στη συνέχεια κλήθηκε στις Κιτριές ο γιός του και ο ηγούμενος του μοναστηριού. Τότε ο Θ. Κολοκοτρώνης υποψιάστηκε ότι η πρόσκληση αυτή είχε σχέση με συνωμοσία εις βάρος του και μετακινήθηκε από τον πύργο του Δουράκη, όπου έμενε στο μοναστήρι και συγχρόνως προετοίμασε τη φυγή του από την Καστάνια. Ο ίδιος διηγείται : «… Όταν επροσκάλεσαν τον Ηγούμενο και το παιδί του Δουράκη υποπτεύτηκα ότι κάτι τεχνεύονται δια εμένα, και δεν ήξερα τι έτρεχε. Εστείλα λοιπόν ένα παιδί εις την Μικρή Καστάνιτζα, έξη ώρες μακρυά από εκεί όπου ήμουν, (εκεί ήτον κλεισμένος ο πατέρας μου) έστειλα εις τον ανεψιόν του Παναγιώταρου , Βασίλη Βενετζανάκου, και ήλθε διά νυκτός με άλλους τρείς εις το μοναστήρι όπου ευρισκόμουνα, του είπα τα διατρέχοντα και όλας μου τας υποψίας, του επρόβαλα να αναχωρήσωμεν, μου είπε, ότι : να υπάγω οπίσω, να πωλήσω κάτι λάδι και το βράδυ έρχομαι, το βράδυ δεν ήλθε…». Αν ο Θ. Κολοκοτρώνης μίλησε ανοικτά στο Βασίλη Βενετσανάκη για τους φόβους του, προφανώς αυτός τους θεώρησε υπερβολικούς και δεν έδωσε βάση στις υποψίες του, γιατί τις θεώρησε εξωπραγματικές και δεν τον πήρε αμέσως μαζί του. Άλλωστε η καλή πρόθεση του Βενετσανάκη απέναντι στον Θ. Κολοκοτρώνη αποδείχτηκε, όταν μετά από λίγες ημέρες τον συνόδευε με ασφάλεια από την Καστάνιτσα στον Πασσαβά για να φύγει από την Πελοπόννησο.
   Μετά τη μετάβαση των Δουράκηδων στις Κιτριές ο Θ. Κολοκοτρώνης, κατεχόμενος από το φόβο του διωκόμενου, φανταζόταν τους πάντες ως συνεργούς σε συνωμοσία εις βάρος του. Την Αρχική του υπόνοια άρχισε να την ενισχύει με κατασκευαζόμενες ενδείξεις, συσχετίζοντας ότι γινόταν γύρω του με την υποψία της παραδόσεως του στους Τούρκους. Όταν την επομένη ημέρα συνάντησε τον ηγούμενο  της μονής και τον χαιρέτησε, εκείνος του απάντησε «να μη με είχε εύρη». Τότε ο Θ. Κολοκοτρώνης σχημάτισε την εντύπωση, ότι τα λεγόμενα του δηλώνουν προφανώς μεταμέλεια για την πράξη της υποτιθέμενης προδοσίας και προσπάθησε να του πάρει λόγια, αλλά ο ηγούμενος δεν θέλησε να μιλήσει περισσότερο. Δεν δίστασε όμως ο Θ. Κολοκοτρώνης σε άλλο σημείο της διηγήσεως του, να προσθέσει αναπόδεικτα ότι : «Του Ηγούμενου του υποσχέθηκαν να τον κάνουν Δεσπότη και άλλα ταζίματα διά να με παραδώση ζωντανόν». Η υποψία εκείνη για τον Ηγούμενο του 1806 έγινε μετά 30 χρόνια καταγγελία αναμφισβήτητης προδοσίας. 267,5
    Συνεχίζοντας ο Θ. Κολοκοτρώνης διηγείται : «Το βράδυ ήλθε ο συμπέθερος μου με τον αδελφό του, δυο συγγενείς του, και μου έδωκε και το γράμμα του Μπέη. Ο αδελφός του υποπτεύτηκε, και δεν ήτον με την γνώμην μου. Έλαβα το γράμμα το εδιάβασα και εκατάλαβα, ότι θέλουν να με πάρουν ζωντανό. Τους είπα: πώς θα υπάγομεν την ημέραν, όπου θα μας ιδούν όλος ο κόσμος; Αυτός μου είπε, ότι ενδύνεσαι Μανιάτικα και δεν σε γνωρίζουν, ο αδελφός του μου έκανε νόημα να είμαι προσεκτικός, τους αποκρίθηκα ότι θα συλλογισθώ έως το βράδυ έκαμα το μεσημέρι την απόκρισιν, ότι εγώ είμαι εδικός σας και άλλη φορά θέλει έλθω να σας προσκυνήσω, και εγώ είμαι εδικός σου και να με έχεις την εγνοία μου. Το γράμμα το έδωσα του Δουράκη αυτός επήρε το γράμμα, το άνοιξε, και είδε ότι δεν ήθελα να υπαγώ, και τότε αποφάσισε να βάλει εις το κρασί αφιόνι. Η γυναίκα του η αδελφή του το είδαν, και τον επήραν από κοντά έως τον Πύργον, ένας άνθρωπος μου ήκουσε τη γυναίκα του Δουράκη νατου λέγει του ανδρός της: τι είναι αυτό που κάμεις, δεν ενθυμάσαι τα καλά του Θεοδωράκη; Και αυτός την έβριζε. Επήγα μέσα, με επρόσφερε το κρασί, εγώ με έδωσεν είδησιν ο ανθρωπός μου, και, όταν μου έφερε το κρασί εγώ εκλίτζισα το κανάτι όπου είχε το κρασί, και το έχυσα και του είπα, τι θέλω εγώ τώρα κρασί και του είπα και ότι θα φύγω. Με επαρακίνησε να υπάγωμεν εις το σπίτι του να πιούμε πρώτα κρασί και έπειτα να φύγω, αυτός επήγε ομπρός, ειδοποίησε τους ανθρώπους να είναι έτοιμοι να τραβήξουν απάνω μας ενώ εμείς επίναμεν το κρασί. Ο αδελφός του δεν μας άφηκε να πάμε, εμπόδισε τα σκυλιά να φωνάξουν, και εφύγαμε...»
    Ο Θ. Κολοκοτρώνης μας δηλώνει ότι, διαβάζοντας το γράμμα του Αντωνόμπεη, επιβεβαίωσε τις υποψίες του για την υπάρχουσα συνωμοσία της παραδόσεως του στους Τούρκους. Αντικειμενικά μέχρι του σημείου αυτού δεν υπήρχε καμία σαφής ένδειξη περί συνομωσίας. Ο πανικός όμως που προκλήθηκε από την επινόηση της, ευθύνεται για τη δημιουργία στη συνέχεια μίας σειράς από ενδείξεις και «αποδείξεις». Με άλλα λόγια ο φόβος του καταδιωκόμενου οδήγησε το Θ. Κολοκοτρώνη σε παρερμηνευτικό κατήφορο.
    Σχετικά με το περιεχόμενο της ανωτέρω παραγράφου θα πρέπει να αναρωτηθούμε, ποίος είπε στο Θ. Κολοκοτρώνη ότι ο Κωνσταντής Δουράκης άνοιξε το γράμμα του Αντωνόμπεη; Μήπως η υποψία του 1806 παρουσιάστηκε ως πραγματικό γεγονός στη διήγηση του 1836; Ιδιαίτερα όμως πρέπει να προσέξουμε, ότι ομιλεί για αφιόνι που θα του έβαζε ο Δουράκης στο κρασί, χωρίς να υπάρχει κάποια σαφής μαρτυρία ή ένδειξη γι’ αυτό. Ποίος του αποκάλυψε ότι το κρασί είχε αφιόνι; Κανένας δεν ανέφερε το αφιόνι, αλλά από τα γενικόλογα λόγια της συζύγου του Δουράκη, κατέληξε σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα, δηλαδή ότι το κρασί είχε αφιόνι.
    Αφού δεν ήπιε το κρασί με το υποτιθέμενο αφιόνι στο μαστήρι, ο Θ. Κολοκοτρώνης κάνει και δεύτερη παρερμηνεία, όταν τον κάλεσε ο Δουράκης να πάνε σπίτι του, για να πιούνε μαζί ένα αποχαιρετιστήριο κρασί. Αλλά και από αυτό κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι θα έβαζε ανθρώπους να τουφεκίσουν αυτόν και τους συντρόφους του. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για παρανοειδείς ιδέες υπό την επήρεια πανικού που δημιουργήθηκαν από την υποθετική συνωμοσία και τις κατασκευασμένες ενδείξεις.
  Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διήγηση του αναφέρει ότι ο αδελφός του Κωνσταντή Δουράκη δεν ενέκρινε τις εναντίον του προθέσεις του Κωνσταντή και του Αντωνόμπεη. Μετά την επιστροφή του Κ. Δουράκη από τις Κιτριές τα δύο αδέλφια τον επισκέφθηκαν στο μοναστήρι, για να του δώσουν την επιστολή του Αντωνόμπεη και ο Θ. Κολοκοτρώνης κατανόησε νεύμα του αδελφού το Κ. Δουράκη, που του συνιστούσε να είναι προσεκτικός. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να ενδυναμωθούν οι υποψίες του ότι κάτι κακό κρύβεται πίσω από αυτή την υπόθεση. Είναι παρατηρημένο ότι πολύ συχνά άτομα κατεχόμενα από υποψίες παρερμηνεύουν κινήσεις ή μορφασμούς που γίνονταν γύρω τους, τις συσχετίζουν με του φόβους του και καταλήγουν σε λανθασμένα συμπεράσματα.
     Σημαντική ένδειξη περί της καταγγελλομένης συνωμοσίας είναι, το ότι ο αδελφός του Κ. Δουράκη δεν τους άφησε να πάνε στο σπίτι, για πιούν κρασί και κράτησε τα σκυλιά, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η φυγή του Θ. Κολοκοτρώνη και των δύο συνοδών του. Αυτό θα ήταν ενδεικτικό επιχείρημα για την ύπαρξη κάποιου μυστικού σχεδίου, όπως και η περίπτωση της κινητοποιήσεως εκατό ανθρώπων από την Καστάνια, που αναζητούσαν του φυγαδευθέντες. Βέβαια φαίνεται υπερβολικό να διαφύγει από εκατό διώκτες, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτά είναι γεγονότα ή συμπληρώματα της μνήμης; Ο Τ. Κανδηλώρος έγραψε ότι : «Εάν ο Κολοκοτρώνης δεν διηγείτο με τόσας λεπτομέριας την επιβουλήν του Δουράκη θα ήτο απίστευτος». Μήπως το ίδιο απίστευτη φάνηκε και στον Γ. Τερτσέτη η επιβουλή του Κ. Δουράκη και έκανε πολλές διευκρινιστικές ερωτήσεις, οπότε βοηθούσε στη δημιουργία ενός μύθου; Είναι γνωστό ότι η γεροντική μυθοπλασία συμπληρώνει τα κενά την μνήμης με εξωπραγματικές λεπτομέρειες.
    Τελικά ο Θ. Κολοκοτρώνης πήγε στην Καστάνιτσα, συνάντησε το Βασίλη Βενετσανάκη και μαζί βάδισαν μέχρι τον Πασσαβά, όπου ήταν ένας αδερφοποιητός του Κολοκοτρώνη. Έμεινε εκεί κρυπτόμενος επί τρείς μέρες και στις 24 Μαρτίου 1806 με τη φροντίδα της Μαρίας κόρης του Παναγιώταρου Βενετσανάκη και συζύγου του Μπεηζαντέ Γεωργίου Τζαν. Γρηγοράκη επιβιβάστηκε σε καΐκι για τα Επτάνησα.
    
Ο αντίλογος στην κατηγορία
    
Η αμφισβήτηση της ακρίβειας της διηγήσεως του Θ. Κολοκοτρώνη δεν σημαίνει απαραιτήτως και άρνηση της προσφοράς του στην πατρίδα. Κανένας δεν διανοείται να μειώσει το μέγεθος του πατριωτικού του έργου, και της προσφοράς του στο έθνος, αλλά δεν είναι σωστό αβασάνιστα να γίνουν δεκτά τα όσα διηγήθηκε στο Γεώργιο Τερτσέτη. Ο τελευταίος έθεσε στον εαυτό του ένα ερώτημα και έδωσε αμέσως την απάντηση, γράφοντας : «Η διήγησης του Θ. Κολοκοτρώνη είχει αλήθεια, ή κάλλιο να είπουμε, ιστορικήν τελειότητα; Δεν το βεβαιώνω, κυματίζομαι εις αμφιβολίας». Ο Τάσος Γριτσόπουλος αναλύοντας την απάντηση του Γ. Τερτσέτη, προσθέτει: «...εκφέρεται η απάντησις ότι τούτο έχει χάσματα και παραλήψεις, είτ’ εξ’ αιτίας εξασθενήσεως της μνήμης είτ’ εκ σκοπίμου απροθυμίας του αφηγητού να εκταθή...» Ο τελευταίος δεν αφήνει περιθώριο για ανακρίβειες ή πλάνες και μια τέτοια εκτίμηση βρίσκεται στα όρια της υπερβολής. Τα απομνημονεύματα υστερούν του ημερολογίου, γιατί το υλικό τους είναι αλλοιωμένο από το χρόνο και κατάλληλα επεξεργασμένο από τις επιθυμίες και τις σκοπιμότητες του συγγραφέα ή του αφηγητού.
    Είναι απορίας άξιο, πότε και από ποιους συγκέντρωσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης όλες αυτές τις λεπτομέρειες για την υπόθεση της απιστίας του Κωνσταντή Δουράκη; Πρόκειται άραγε για πληροφορίες που κάποτε έλαβε ή μήπως είναι υποθέσεις που έκανε το 1806, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου πήραν στη μνήμη του το χαρακτήρα του πραγματικού; Ποιος του είπε ότι ο Δουράκης τον πρόδωσε για 50.000 γρόσια και προσπάθησε να τον παραδώσει στους Τούρκους με τη συνέργεια του Ηγουμένου, προκειμένου να γίνει και αυτός δεσπότης; Πέρασαν τριάντα χρόνια από τα γεγονότα μέχρι τη διήγηση τους και το μνημονικό υλικό βαθμιαία υφίστατο τροποποιήσεις, ώστε το περιεχόμενο της μνήμης να γίνεται περισσότερο αρεστό στο άτομο και παράλληλα να απομακρύνεται προοδευτικά από την πραγματικότητα.
    Φαίνεται ότι ο παραγιός του Νικήτα Τρίγγα, που αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στον Πασά της Τριπολιτσάς, δεν μαρτύρησε τη διαμονή του Θ. Κολοκοτρώνη στην Καστάνια, ίσως γιατί δεν την εγνώριζε. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπήρξαν οι αναμενόμενες αντιδράσεις του Πασά. Δεν έστειλε ούτε διαταγή στον Αντωνόμπεη, ούτε κατήγγειλε τον Καπουδάν-Πασά ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης φιλοξενήθηκε στη Μάνη. Πιθανώς ο Αντωνόμπεης, μετά τη σύλληψη του παραγιού του Νικήτα, να κατελήφθη από φόβο, αναλογιζόμενος τις συνέπειες που θα υφίστατο αυτός και ο Δουράκης, για την παροχή ασύλου στο Θ. Κολοκοτρώνη. Για το λόγο αυτό ίσως κάλεσε το Δουράκη και του συνέστησε, να φυγαδεύσει αμέσως τον Θ. Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα. Δεν αποκλείεται και ο ίδιος να προθυμοποιήθηκε να του βρει καΐκι από τις Κιτριές, αν μάλιστα ήταν αλήθεια ότι επικρότησε την φιλοξενία του από το Δουράκη. Μια τέτοια ανακοίνωση δυσαρέστησε το Θ. Κολοκοτρώνη και η πικρία της αποπομπής έγινε με τον καιρό καταγγελία προδοσίας.
   Μπορεί να θεωρείται βέβαιο,  ότι οι Τούρκοι ποτέ δεν έμαθαν πως ο Κωνσταντής Δουράκης παραχώρησε άσυλο στο Θ. Κολοκοτρώνη, γιατί δεν υπάρχει καμιά ένδειξη αντιδράσεως. Ούτε ο Δουράκης διώχθηκε από καπετάνιος, ούτε ο Αντωνόμπεης αντικαταστάθηκε από Μπέης. Στην περίπτωση του κλεφτό-καπετάνιου Νικήτα Τρίγγα, που εύρισκε καταφύγιο στα Πηγάδια της Μάνης, ο Πασάς της Τριπολιτσάς έκαψε το χωριό και έστειλε απειλητική επιστολή στον Αντωνόμπεη. Με αυτή τον κατηγόρησε ότι δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση του και επέτρεψε να γίνουν δεκτοί στη Μάνη οι κλέφτες. Αυτή η επιστολή καταχωρείται στο παράρτημα, για να γίνει αντιληπτή η έντονη οργή και η αντίδραση του Πασά για τον ανοχή που έδειξε ο Μπέης της Μάνης και οι απειλές που εκστομίστηκαν από αυτόν, δεν είναι δυνατόν να συμβιβασθούν με όσα διηγήθηκε ο Θ. Κολοκοτρώνης για τη δική του περίπτωση, δηλαδή τη γενναιόδωρη προσφορά 50.000 γρόσιων.
    Παράλληλα ο Πασάς της Τριπολιτσάς κατήγγειλε στο Σουλτάνο τον Αντωνόμπεη, γιατί επέτρεψε στους κλέφτες να βρουν καταφύγιο στη Μάνη. Ανέφερε ακόμη ότι τον ειδοποίησε για την παραμονή κλεφτών στην περιφέρεια της διοικήσεως του και τον πρόσταξε να τους πιάσει, αλλά αυτός αδιαφόρησε. Το Δοβλέτι, όπως ήταν επόμενο, απευθύνθηκε στον Καπουδάν πασά, δηλαδή το ναύαρχο του στόλου του Αιγαίου, στη διοίκηση του οποίου υπαγόταν τα νησιά και η Μάνη. Ο Καπουδάν πασάς έστειλε διαταγή στον Αντωνόμπεη (είναι το τρίτο έγγραφο του παραρτήματος) που περιλαμβάνει: «...τό κραταιόν δοβλέτι ηγανάκτησε σφόδρα και εξέδωκε πρός ημάς υψηλόν ορισμόν, δι’ ού μάς προστάζει νά σοί κάνουμεν τερπιγιέ(επίπληξη) και νά σοί μάθωμεν τά χρέη του σαδακατλιου (αξιώματος) σου...». Χρειάστηκε δε ο Καπουδάν πασάς να καταπραΰνει την οργή του Υψηλού Δοβλετίου και συμβούλεψε τον Αντωνόμπεη, να συλλάβει το Νικήτα. Του έγραψε ακόμη τους μεν Μοραΐτες κλέφτες να παραδίδει στον πασά της Τριπολιτσάς, τους δε Μανιάτες στα παραπλέοντα τουρκικά πλοία, για να οδηγούνται στον τουρκικό ναύσταθμο.
    Αν είχε μάθει ο Πασάς της Τριπολιτσάς ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κρύβεται στην Καστάνια, γιατί να στείλει χρήματα; Δεν θα αρκούσε η δική του απειλή και η καταγγελία του γεγονότος στο Δοβλέτι; Δεν θα υπήρχαν σημαντικές αντιδράσεις από το Σουλτάνο και τον Καπουδάν πασά; Δεν είδαμε όμως καμία μεταβολή στη διοίκηση της Μάνης, ούτε αντικαταστάθηκε ο Δουράκης ή ο Αντωνόμπεης. Εκείνο ον καιρό υπήρχε στα παράλια της Μάνης μοίρα του τουρκικού στόλου και θα καταγραφόταν κάποια αξιομνημόνευτη αντίδραση των τούρκων.
      Τελικά αφού ευοδώθηκε η σύλληψη του Θ. Κολοκοτρώνη με την παροχή χρημάτων, γιατί ο Πασάς της Τριπολιτσάς σιώπησε; Έκανε τόσες παραστάσεις για το Νικήτα και σίγησε για τον Θ. Κολοκοτρώνη; Δεν θα έπρεπε να περιμένομε κάποια σημαντική εξέλιξη μετά τη διαφυγή στα Επτάνησα του πλέον καταζητούμενου κλέφτη του Μοριά; Οι διεκδικητές του αξιώματος του Αντωνόμπεη ήταν τόσοι πολλοί, που κάποιος με μεγάλη προθυμία θα τον αντικαθιστούσε. Το συμπέρασμα είναι σαφές, ποτέ δεν έμαθαν οι Τούρκοι τη φιλοξενία στη Μάνη του Θ. Κολοκοτρώνη. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως επαρκής δικαιολογία του Δουράκη και του Αντωνόμπεη, ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης φιλοξενήθηκε μεν, αλλά κατόρθωσε τελικά να διαφύγει.
    Είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι ο Πασάς της Τριπολιτσάς επεκήρυξε το Θ. Κολοκοτρώνη για 50.000 γρόσια και έδωσε τα χρήματα προκαταβολικά στον Αναγνώστη Παπάζογλου, να τα πάει στη Μάνη, για να δελεασθούν ο Αντωνόμπεης και ο Κ. Δουράκης. Ακόμη γεννιέται το ερώτημα, γιατί να στείλει ο Πασάς τα χρήματα και κατά κάποιον τρόπο να ζητήσει χάρη από το Μπέη της Μάνης να κάνη κάτι, για το οποίο ήταν υποχρεωμένος; Αν υπέθαλπε ή ανεχόταν τους κλέφτες, θα είχε την ίδια τύχη με προηγούμενους Μπέηδες και δεν θα του έστελνε ο Πασάς το αναφερόμενο γενναίο φιλοδώρημα. Γιατί να υπάρξει τόσο μεγάλη διαφορά στην αντιμετώπιση της ανοχής που έδειξε ο Αντωνόμπεης έναντι του Νικήτα και έναντι του Θ. Κολοκοτρώνη;
    Στη διήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη το ποσόν των 50.000 γρόσιων αναφέρεται και άλλη φορά, ώστε ευλόγως γεννάται το ερώτημα, μήπως πρόκειται περί συγχύσεως των γεγονότων. Όταν ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στη Ζάκυνθο στην υπηρεσία των Ρώσων, οι Τούρκοι τους προσέφεραν το ίδιο ποσό, για τους τον παραδώσουν: «... Τό 1806 ήλθε ένας αποσταλμένος από την Τουρκικήν εξουσίαν να με ζητήση από τους Ρώσους και έδιναν 50.000 γρόσια. Ο Ρώσος Διοικητής με είπε να κρυφθώ και έκαμα κρυμμένος  ένα μήνα, του Τούρκου του απεκρίθησαν ότι έφυγε ο Κολοκοτρώνης και δεν ευρισκόμην εις την Ζάκυνθο, και έτζι αναχώρησεν».
    Το ποσό των 50.000 γροσίων για το έτος 1806 ήταν πολύ μεγάλο. Αντιστοιχούσε στους φόρους ολόκληρης της Μάνης για τρία χρόνια. Κατά το Μπωζούρ μπορούσε να αγορασθούν 100-150 τόνοι ελαιόλαδου ή 200-300 τόνοι κορινθιακής σταφίδας. Το 1795 ο Πύργος των Μύλων της Μαντίνειας εκτιμήθηκε για 600 γρόσια και ένα μουλάρι για 70 γρόσια. Επομένως με το ποσόν αυτό μπορούσε να αγορασθούν περίπου 50 πύργοι ή 500 μουλάρια.
    Δημιουργεί επιφυλάξεις το ερώτημα αν αρκούσε ο χρόνος για τη δηλουμένη διαδικασία. Ο παραγιός του Νικήτα έφθασε στην Τρίπολη στις 16/28 Μαρτίου. Ο Αναγνώστης Παπάζογλου για να πάει στις Κιτριές ήθελε δύο ημέρες (οδοιπορία 14 ωρών). Η απόσταση Κιτριών-Καστάνιας, Καστάνιας-Καστάνιτσας και Καστάνιτσας-Πασσαβά ήταν περίπου 6 ώρες δρόμος. Έγινε τόσα δρομολόγια μεταξύ Κιτριών, Καστάνιας, Καστάνιτσας και Πασσαβά. Παρέμεινε και τρείς ημέρες στον Πασσαβά και στις 24 Μαρτίου επιβιβάστηκε στο καΐκι. Τελικά φαίνεται ότι δεν επαρκούσε ο χρόνος.
     Ένα μεγάλο ερώτημα είναι, αν η προσωπικότητα του Θ. Κολοκοτρώνη θα μπορούσε να έχει κάποια συμμετοχή στην κατασκευή ενός μύθου υποθετικής συνωμοσίας, όπως αυτής του Δουράκη. Πρόκειται για άτομο ευφυέστατο, εύστροφο και με οξυδέρκεια, που μπορούσε όμως μερικές φορές να παρερμηνεύει γεγονότα και καταστάσεις. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο Γέρο-Δεληγιάννης : «...ορκώνει δυο προεστούς να με σκοτώσουν, ήττον δύσκολο, διότι ήμουν πολλά προφυλακτικός». Ο Αμβρόσιος Φραντζής σχετικά με την προσωπικότητα του έγραψε: «...ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης όστις ήτο προσεκτικός υπέρ το δέον...» Ακόμη σε παλιό τραγούδι για το χαλασμό των Κολοκοτρωναίων περιλαμβάνονται οι στίχοι:» Ο Θοδωράκης πολύ πονηρεμένος – εγλύτωσε ο καημένος. Ένα άτομο που ζει επικίνδυνα, που διώκεται και κρύβεται, που οι διώκτες του υποτίθεται ότι γνωρίζουν το καταφύγιό του, δεν είναι δύσκολο να παρερμηνεύσει γεγονότα και καταστάσεις. Αυτό έγινε με το Θ. Κολοκοτρώνη, ώστε τις παρανοήσεις του 1806, τις μετέτρεψε μετά 30 χρόνια σε καταγγελία.
    Ο Θ. Κολοκοτρώνης, περιέργως, στη διήγηση το δεν κατηγόρησε ορισμένους από τους αντιπάλους του, όπως τους φονιάδες του γιού του ή τους Κουντουριώτες. Δεν δίστασε όμως να εκστομίσει τον κακό λόγο για φίλους του, για ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε, όπως τους Μανιάτες ή το Δημήτριο Υψηλάντη, τον οποίον χρησιμοποίησε κάποτε, προκειμένου να επιβληθεί στους κοτζαμπάσηδες του Μοριά. Κατά το Γεώργιο Φίνλεϊ μετά την πτώση της Τριπολιτσάς είχε φερθεί σκληρά στο Δ. Υψηλάντη και του είχε δείξει περιφρόνηση. Οι τελικές κρίσεις στη διήγηση του γι’ αυτόν ήταν οι ακόλουθες: «ήτον ένας άνθρωπος σταθερός, τίμιος , ανδρείος , μικρόνους, κουφός , ευκολοαπάτητος... είχε την φαντασία να είναι αρχηγλός(κεφαλή), πλήν το μυαλό του δεν του έσωνε αναλόγως με τις περιστάσεις όπου ευρέθηκε...». Ίσως οι ανάγκες των καιρών μετέβαλαν τα συναισθήματα του και αγάπησε εχθρούς των οποίων επιθυμούσε την ανοχή, ενώ μίσησε ή περιφρόνησε φίλους, που δεν είχε πλέον την ανάγκη τους. Η θέση που τηρεί στα απομνημονεύματα του απέναντι στη Μάνη και τους Μανιάτες, δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία.
     Όταν είδε το φως της δημοσιότητάς η διήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν ζούσε κανένα από τα παιδιά του Δουράκη, ώστε να αντιδράσει και να αμφισβητήσει την κατηγορία. Ο εγγονός Κωνσταντής Δουράκης, που έζησε πολλά χρόνια, το 1806 ήταν σε πολύ μικρή ηλικία και δεν μπορούσε να γνωρίζει τα γεγονότα. Επομένως η σιγή της οικογενείας Δουράκη δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως αποδοχή της κατηγορίας. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι τα παιδιά του Δουράκη, αν γνώριζαν την προδοσία του πατέρα τους απέναντι στον Θ. Κολοκοτρώνη, από ντροπή και μόνο δεν θα τον ακολουθούσαν στην Καρύταινα, αλλά θα προτιμούσαν να πάνε στα Μεσσηνιακά φρούρια.
   Η φιλοξενία των Μανιατών ήταν γνωστή και περιγράφεται ακόμη και από τους φίλους του Θ. Κολοκοτρώνη. Ο Φωτάκος έγραψε: «Εις την Μάνην το άσυλον των ξένων είναι ιερόν και νόμος απαραβίαστος, διότι και εις του τυχόντος την καλύβην όστις προφθάσει και έμβη, δύσκολα πλέον παραδίδεται είς άλλος τινά να τον κακοποιήση, διότι όλη η γενεά προκρίνει τον αφανισμόν της, παρά να προδώση τας συνήθειας αυτάς». Ο Μιχαήλ Οικονόμου έγραψε: «κατ’ έθος δε, οι Μανιάται επροστάτευον τους παρ’ αυτοίς πρόσφυγας». Ακόμη και ξένοι άκουσαν για τη φιλόξενη διάθεση των Μανιατών, όπως ο Βαυαρός Μάουρερ, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσε κατά τα χρόνια της αντιβασιλείας του Όθωνος, έγραψε: «Οι Μανιάτες σέβονται τη φιλοξενία και την έχουν για ιερό καθήκον. Ποτέ Μανιάτης δεν πρόδωσε το φιλοξενούμενο του. Απεναντίας δίνει πρόθυμα φιλοξενία σ’ όποιον κινδυνεύει, και του τη ζητήσει». Αλλά υπενθυμίζουμε και πάλι ότι ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στη διήγηση του: «...είναι συνήθεια εις την Μάνην να υπερασπίζονται όσους καταφεύγουν εις την οικίαν των».
    Σύμφωνα με το Μ. Οικονόμου κατά την έναρξη της επαναστάσεως ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν εμπιστευόταν τους Μοραΐτες που στρατολογούσε : «διότι, γνωρίζων, ότι τινές είχον υποσχεθή τοις Τούρκους την κεφαλήν του επί χρήμασι, και ήθελον ίσως την προσφέρει, εάν τοις ήτο και δυνατόν, δεν εμπιστευέτο εις άλλους εξ’ αυτών, πλην των γενναίων Ηλία και Κυριακούλη Μαυρομιχαλαίων και του Μουρτζίνου».
     Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, υμνητής του Θ. Κολοκοτρώνη και σφοδρός κατήγορος των Μανιατών, δεν δίστασε να κακοποιήση την αλήθεια, γράφοντας : «... Ο Κολοκοτρώνης ευρίσκετο εις δεινή θέση, αφ’ ενός εφοβείτο μη δολοφονηθή από τινά Μανιάτην, αφ’ ού οι Τούρκοι, οίτινες διά Μανιάτου είχον δολοφονήσει τον εξακουστόν Ζαχαριάν...», συνεχίζοντας δε υπενθυμίζει, ότι ο Δουράκης ήθελε να φαρμακώσει τον Κολοκοτρώνη, για να πάρει τα χρήματα της επικηρύξεως από τους Τούρκους. Αλλά σε άλλο σημείο αντιφάσκει και γράφει: «... Ο Κολοκοτρώνης θεωρεί αναγκαίον να συγκεντρώση περί αυτόν τα όπλα της επαρχίας Καπυταίνης, διά να δυνηθή να βάλη τάξιν είς τα του πολέμου, να υποχρεώση τους Έλληνας εις την πειθαρχίαν, και να κάμη αποτελεσματικά κινήματα κατά του εχθρού. Θεωρεί ωσαύτως αναγκαίον να έχει μεθ’ εαυτού τον Μούρτζινον με τριακόσιους Μανιάτας ως σωματοφύλακας, δια να κινείται εν ασφαλεία όπου ο κίνδυνος, και να ενεργή και να διατάττη ασυστόλως, ότι το συμφέρον της πατρίδος  υπαγορεύει...». Πώς η αμεροληψία του Σπηλιάδη συμβίβασε το γεγονός, ότι ενώ ο Κολοκοτρώνης φοβόταν μην ον σκοτώσει ένας Μανιάτης, θα έπαιρνε 300 Μανιάτες για σωματοφύλακες, είναι άξιο απορίας και δείγμα της δυσμένειάς του και της προκαταλήψεως του.
     Κλείνοντας το θέμα αυτό έρχονται στη σκέψη τα λόγια του Γ. Τερτσέτη, ο οποίος στην προσπάθεια του να πείσει το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να υπαγορεύσει τα απομνημονεύματά του είπε : «... Λές φοβάσαι μην αδικήσεις κανέναν. Μικροψυχία. Ειπέ την αλήθειαν, όπως την ξεύρεις ή όπως σου φαίνεται. Μην βάνεις συλλογήν, άν λαθευθής, δεν θα πλανέσης τον κόσμον, η αλήθεια θα φανή...». Ίσως τώρα είναι καιρός να ανασυρθεί ο Κωσταντής Δουράκης από το βόρβορο, στον οποίο ρίχτηκε αδίκως πριν 150 χρόνια.
  
Γιώργης Κωνσταντή Δουράκης
    
Πρωτότοκος γιος του Κωνσταντή Δουράκη ήταν Ο Γιώργης, του οποίου η ηλικία δεν είναι γνωστή. Γνωρίζουμε όμως ότι ο γιός του, ο Κωνσταντίνος, γεννήθηκε περίπου το 1797.
     Στις Ιστορικές πηγές ο  Γιώργης Δουράκης εμφανίζεται για πρώτη φορά στις 7 Μαΐου 1812, όταν, εκπροσωπώντας τον πατέρα του, υπέγραψε ως «Γιώργης του Καπετάν Κωνσταντλή Τουράκη» την πρόταση να γίνει μπέης της Μάνης ο Θεόδωρος Γρηγοράκης.
    Στις 15 Οκτωβρίου 1819 ο κλήρος και οι καπετάνιοι της Μάνης υπέγραψαν επιστολή προς τους προύχοντες του Γένους, ζητούντες να ιδρυθεί μια σχολή στη Μάνη, που συνθηματικά είχε την έννοια της προωθήσεως της ιδέας της επαναστάσεως.
    Στις 23 Μαρτίου 1821 ο Γεώργιος Δουράκης με τα άλλα μέλη της οικογενείας του και τους συγχωριανούς τους πήραν μέρος στην απελευθέρωση της Καλαμάτας. Από μία ένορκη κατάθεση της 9 Ιουνίου 1865 του υπολοχαγού της Φάλαγγος και ιατροχειρούργου Δημήτριου Ζερβέα πληροφορούμεθα ότι οι αγωνιστές της Μηλιάς και της Καστάνια πήγαν πρώτα στην Ανδρούβιτσα, ενώθηκαν με τον Μούρτζινο και προχώρησαν προς Καλαμάτα.
    Ο Γεώργιος  Δουράκης ως πρωτότοκος γιός του Κωνσταντή Δουράκη ήταν αρχηγός της οικογένειας του και χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πρώτους καπετάνιους της Μάνης, ο οποίος στις 23 Μαρτίου 1821 οδήγησε στην Καλαμάτα ομάδα πενήντα περίπου αγωνιστών.
    Σε παλαιό κώδικα παρενεγράφησαν τα ονόματα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και των λοιπών καπετάνιων της Μάνης, οι οποίοι ελευθέρωσαν την Καλαμάτα και αναφέρονται: «καπετάν Παναγιώτης Τρουπάκης, καπετάν Νικόλαο Χριστέας, καπετάν Γιάννης αδελφός του Πετρόμπεη, καπετάν Δημητράκης Τσιγουράκος, καπετάν Γιωργάκης Χριστοδουλάκης (Καπετανάκης),καπετάν Γιώργης Ντουράκης, καπετάν Πανάγος Στρατάκης, καπετάν  Θωμάς Βενετσανάκος».
    Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς οι Δουράκηδες –χωρίς βαφτιστικά- αναφέρονται μαζί με το Διονύσιο Μούρτζινο, τους Καπετανάκηδες , τους Κουμουνδουράκηδες, τους Μπουκουβαλαίους και τον Ξανθέα ότι κρατούσαν το κανονιοστάσιο του Αγίου Αθανασίου μέχρι τον Άγιο Νικόλαο, που ήταν η πλησιέστερη θέση των Ελλήνων στο κάστρο της Τριπολιτσάς.
   Στις 13 Μαρτίου 1822, στην Καλαμάτα, ο Γεώργιος Δουράκης ως αρχηγός  ενός από τα στρατιωτικά σώματα της Μάνης με 100 άνδρες, που θα αναλάμβαναν αγώνα για την πολιορκία φρουρίων τα οποία κατείχαν οι Τούρκοι στην Πελοπόννησο ή για να εκστρατεύσουν στη Στερεά Ελλάδα.
   Μαζί με τους άλλους καπετάνιους της Μάνης υπέγραψε το διορισμό του καπετάν Παναγιωτάκη Καπετανάκη, Ιακώβου Κορνήλιου και Ιωάννη Λογοθέτη ως επιστατών των τελωνείων από την Αγία Σιών μέχρι την Αρεόπολη. Με άλλο έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας απευθύνθηκαν στους κατοίκους της Σπάρτης (Μάνης) και του Μεσσηνιακού κόλπου για να τους γνωστοποιήσουν τον ανωτέρω διορισμό.
   Το 1822 ο Γεώργιος Δουράκης έγραψε την πράξη υιοθεσίας του Νικολάου Αθηνάκη από τον παππού του Γέρο-Κράμπο κάτοικο Καστάνιας.
     Στις 23 Φεβρουαρίου 1823 υπέγραψε την εκλογή του Αναστασίου Κορνηλίου και του Γερασίμου Παγώνη ως εκπροσώπων της Μάνης για την Β. Εθνοσυνέλευση που έγινε στο Άστρος της Κυνουρίας.
    Φαίνεται ότι ο Γεώργιος Δουράκης δεν έζησε πολλά χρόνια ή από πολύ ενωρίς δεν ήταν σε θέση να αναμιγνύεται στα κοινά, διότι απουσιάζει το όνομα του από τους στρατιωτικούς βαθμούς , οι οποίοι δόθηκαν το 1824.
   Το 1858 ορίστηκε στρατιωτική εξεταστική επιτροπή, στην οποία μέλος ήτο και ο Αντώνιος Μαυρομιχάλης, προκειμένου να καταγραφούν οι πεσόντες και οι θανόντες αγωνισταί μέχρι το 1833. Μεταξύ των καταγραφέντων αναφέρεται και το όνομα του Γεωργίου Δουράκη.
    Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι το όνομα του Γεωργίου Δουράκη δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις γνωστές εγκυκλοπαίδειες, ενώ αντίθετα αναφέρεται το όνομα του Αθανασίου Δουράκη, τον οποίο δεν ευρίσκομε στα κείμενα της ιστορίας ή τα έγγραφα της εποχής της επαναστάσεως.
    Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια τα παιδιά τα οποία απέκτησε ο Γεώργιος Δουράκης. Από τη δράση τους στην επανάσταση του 1821 αναφέρονται Ο Κωνσταντής και ο Γρηγόριος.
Ακόμη αναφέρεται και ο Χριστόδουλος Γεωργίου Δουράκης, αλλά δεν είναι γνωστό αν είναι αδελφός των αναφερθέντων, ο οποίος στις 10 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Διονυσίου Μούρτζινου έγινε εκατόνταρχος. Το 1836 ο Χριστόδουλος Δουράκης διορίστηκε πρώτος δήμαρχος του δήμου Καστανέας.
       Στους εκλογικούς καταλόγους της Καστάνιας, που συντάχθηκαν το 1867 και φυλάσσονται στα ΓΑΚ, αναγράφονται ακόμη ως παιδιά Γεωργίου Δουράκη ο Λιμπέρης (αυξ. αριθ. 551) ετών τότε 55 και ο Παναγιώτης (αυξ. αριθ. 571) ετών 6.

Κωνσταντής Γεωργίου Δουράκης
       
Ο Κωνσταντής Γ. Δουράκης φέρεται γεννημένος το 1797-1801. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821 και θα παραβρέθηκε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας, την πολιορκία της Τριπολιτσάς κλπ. Αλλά το όνομα του δεν αναφέρεται ιδιαιτέρως. Στις 6 Ιουλίου 1824, με πρόταση του Διονυσίου Μούρτζινου, Νικολάου Βοϊδή και Γαλάνη Κουμουνδουράκη η κυβέρνηση τον προήγαγε στο βαθμό του ταξιάρχη.
       Στις 29 Απριλίου 1830 μαζί με τους άλλους σημαντικούς Μανιάτες υπέγραψε αναφορά εναντίον του Ιωάννη Γενοβέλη, ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει Έκτακτος Επίτροπος και τον χαρακτήριζαν ακατάλληλο, φατριαστή κλπ.
       Ακολουθώντας ο Κωνσταντής τη γραμμή του Διονυσίου Μούρτζινου, ήταν στην παράταξη των φιλοκαποδιστριακών. Μαζί με τους άλλους εκπροσώπους της Μάνης στις 24 Ιουλίου 1830 υπέγραψε στο Μαραθονήσι (Γύθειο) μία αναφορά προς τον Έκτακτο επίτροπο Πελοποννήσου Ανδρέα Μεταξά. Την επομένη ο Κωνσταντής Δουράκης με άλλους Μανιάτες αρχηγούς υπέγραψε και δεύτερη αναφορά προς τον Ανδρέα Μεταξά, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του προς την Κυβέρνηση, συγχρόνως δε ζητούσε να ιδρυθούν αλληλοδιδακτικά σχολεία στη Μάνη.
       Στις 15 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με άλλους Μανιάτες οπλαρχηγούς βρισκόταν σε φιλοκυβερνητικό στρατόπεδο στο Βαρούσι της Αβίας. Ο Κωνσταντής άνηκε σε ομάδα που δεν είχαν μισθό και σε αναφορά τους στον Έκτακτο Επίτροπο Σπάρτης έγραφαν ότι δεν μπορούν να εισχωρήσουν στα ενδότερα της Μάνης. Δικαιολογούσαν δε τούτο, γράφοντας ότι είναι η εποχή της σποράς και εάν δεν πάνε οι στρατιώτες να σπείρουν, θα πεθάνουν της πείνας οι οικογένειές τους. Επομένως και σε αυτούς θα έπρεπε να πληρωθούν μισθοί. Σε αντίθετη περίπτωση, διατύπωναν, το φόβο ότι οι στρατιώτες θα έφευγαν και το φταίξιμο δεν θα ήταν δικό τους.
       Το 1836 κατατάχθηκε ως εκλεκτός της 11 τετραρχίας της φάλαγγος ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Δουράκης.
       Για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1821 του απονεμήθηκε το 1836 το αργυρό αριστείο του αγώνος.
       Το 1839 που υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός τον διέγραψαν από το στρατό ως ανάξιο, για λόγους που δεν γνωρίζουμε.
       Από το έτος 1851 μέχρι 1861 περιλαμβάνεται στους καταλόγους των ενόρκων από την Καστάνια του δήμου Λεύκτρου ο Κωνσταντίνος Δουράκης, γεννημένος το 1801, κτηματίας το επάγγελμα.
       Το 1852 είχε ανάμιξη στην υπόθεση Παπουλάκη και εξαιρέθηκε της αμνηστίας, η οποία δόθηκε τον ίδιο χρόνο. Το επόμενο έτος αμνηστεύθηκαν και αυτοί που είχαν αρχικά εξαιρεθεί. Σε σχέδιο ανέκδοτης αναφοράς του Σταυριανού Καπετανάκη κατηγορούνται όλοι οι εξαιρεθέντες ότι ανήκαν στην παράταξη των Μαυρομιχαλαίων.
       Το 1865 ήταν υπολοχαγός και είχε προικοδοτήσει ως ανθυπολοχαγός της Φάλαγγος.
       Στην αναθεώρηση των εκλογικών καταλόγων των ετών 1866-7 αναγράφεται με αυξ. αριθ. 124 ο Κωνσταντίνος Γεωργίου Δουράκης ηλικίας 70 ετών. Επίσης με αυξ. Αριθ. 135 αναγράφεται ο Χρήστος Κωνστ. Δουράκης ετών 46 και με αυξ. αριθ. 110 ο Αθανάσιος Κωνστ. Δουράκης ετών 24.

Γρηγόριος Γεωργίου Δουράκης

       Για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του 1821 κατατάχθηκε στους υπαξιωματικούς Β' τάξεως.
       Το 1865 υπέβαλε αίτηση και επικαλέστηκε τις μαρτυρίες του Δημητρίου Ταμπουρέα από το Ξωχώρι και του Αναστασίου Καβάτσου από την Καστάνια, οι οποίοι βεβαίωσαν ότι ακολούθησε τον πατέρα του ως υπαξιωματικός (μπουλουξής) και έλαβε μέρος στην Καρύταινα, την πολιορκία της Τριπολιτσάς και ιδιαίτερα μνημονεύεται η μάχη του Αγίου Σώστη, αργότερα δεν πολέμησε στη Βέργα, την Κακή Σκάλα, τον Πολυάραβο κ.α.

Παναγιωτάκης Κωνσταντή Δουράκης

       Ήταν ο δευτερότοκος γιος του Κωνσταντή Δουράκη. Στις 23 Μαρτίου 1821 πήρε μέρος στην απελευθέρωση της Καλαμάτας. Ήταν με την παράταξη του Μούρτζινου και ακολούθησε τον Θ. Κολοκοτρώνη στην πορεία του προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Πήρε μέρος στη μάχη του Αγίου Αθανασίου Καρυταίνης, όπου 3300 Μανιάτες υπό τις οδηγίες του Θ. Κολοκοτρώνη εμπόδισαν τους Τούρκους της περιοχής Φαναρίου (Ολυμπίας), να περάσουν από τη γέφυρα και τους ανάγκασαν να διαβούν τον ποταμό Αλφειό, με αποτέλεσμα να πνιγούν πολλοί άνθρωποι και ζώα.
       Στη μάχη αυτή ο Παναγιώτης Κ. Δουράκη τραυματίστηκε στον ώμο. Ο Δημήτριος Ζερβέας από τη Χώρα Καρδαμύλης, υπολοχαγός της Φάλαγγος και ιατροχειρούργος του Αγώνος, βεβαίωσε το 1865 σε μαρτυρία ενώπιον του ειρηνοδίκου ότι τον νοσήλευσε για 20 μέρες.
       Ένας άλλος μάρτυρας από τα Τσέρια της Καρδαμύλης ο χιλίαρχος κατά τον αγώνα και υπολοχαγός της φάλαγγος Παναγιώτης Σωτηρέας – Μαρτάκης βεβαίωσε τα ακόλουθα: «Κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν ο Παναγιώτης Κ. Δουράκης, έχων υπό την οδηγίαν του περίπου των πεντήκοντα στρατιωτών, εξεστράτευσε με τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, τότε ως καπετάνιον, ήκουσα δε τότε ότι συνεκροτήθη μάχη κατά την επαρχίαν Καρυταίνης, καθ' ήν παρευρέθη και ο ειρημένος Παναγιώτης Δουράκης και επολέμησε με τους υπό αυτόν αστρατιώτας και ετραυματίσθη, τον οποίον και ακολούθως είδον και εγώ τραυματισμένον κατά τον ώμον κατά δε τας επομένως συγκροτηθείσας μάχας ως Βαλτέτσιον, Τρίκορφα και έξωθεν της Τριπόλεως μετά των Οθωμανών, εις τα οποίας παρευρέθην και εγώ ως καπετάνιος, καθ' ο έχων υπό τας οδηγίας μου και στρατιώτας, είδον αυτόν παρευρεθέντα και πολεμήσαντα εις τας μάχας ταύτας καθώς και εις την έφοδον της Τριπόλεως. Κατά δε το 1824 είδον αυτόν παρευρεθέντα εις τας πολιορκίας των φρουρίων Κορώνης και Μεθώνης, ευρισκόμενος τότε υπό την οδηγίαν του τότε στρατηγούντος Διονυσίου Μούρτζινου, ότε και συνεκροτήθησαν διάφοροι μάχαι κατά των Οθωμανών, εις άτινας παρευρέθην και εγώ, είδον τον αυτόν Παναγιώτην Κ. Δουράκην παρευρισκόμενον και πολεμήσαντα εις την Βέργαν του Αλμυρού εις την μετά του Ιμβραήμ πασά συγκροτηθείσαν μάχην και πείθομαι ότι θα εξηκολούθησεν αγωνιζόμενος υπέρ πατρίδος μέχρι τέλους της Ελληνικής επαναστάσεως και ένεκα των εκδουλεύσεων του τούτων εβαθμολογήθη υπό την κατά την επανάστασιν προσωρινήν διοίκησιν της Ελλάδος, προεδρεύοντος του Γεωργίου Κουντουριώτου, με τον βαθμόν του χιλιάρχου και έιδον το περί του χορηγηθέν εις αυτόν δίπλωμα και γνωρίζω ότι οι έχοντες υπό τας οδηγίας των στρατιώτας εδαπάνουν και εξ ιδίων τως χορηγούντες εις αυτούς φουσέκια ατσαλόπετρες και ενίοτε τροφήν».
       Αναφέρεται ότι τον Νοέμβριο του 1821 ο Πιέρος Πατριαρχέας Τρουπάκης, Ο Χριστόδουλος Μπουκουβαλέας-Τρουπάκης και ο Παναγιώτης Δουράκης συνέστησαν εταιρεία, για να πάρουν από τη Μικρομάνη διάφορα γεωργικά προϊόντα, που άνηκαν σε Τούρκο, μετά την απομάκρυνση του οποίου τα ενέμετο ένας από τους κατοίκους του χωριού.
       Αρχηγός της οικογενείας Δουράκη το 1824 ήταν ο Παναγιώτης, γιατί ο πρωτότοκος Γεώργιος είχε παύσει να αναφέρεται. Στις διενέξεις των Μανιατών και στους εμφύλιους πολέμους η οικογένεια Δουράκη ακολούθησε σταθερά το Διονύσιο Μούρτζινο, ο οποίος είχε παντρευτεί την κόρη του Κωνσταντή Δουράκη και αδελφή του Παναγιωτάκη Δουράκη. Σε επιστολή του Παναγιώτη Γιατράκου προς το Διονύσιο Μούρτζινο στις 25 Φεβρουαρίου 1824 αναφέρεται: «Και ελπίζω συντόμως όλα να έμβουν εις καλήν πράξιν, και τούτου γενομένου βεβαίως θέλει δειχθής τω όντι ότι είσαι τέκνον γνήσιον εκείνου του μακαρίτου ηρώος Μούρτζινου. Και τούτο βεβαίως αποτείνεται και εις όλους τους συμφωνούντας αδελφούς μετά της εξοχότητός σας, εξόχως και ο ειλικρινής αδελφός στρατηγός Αθανασούλης Κουμουνδουράκης και η οικογένεια των Ντουρακαίων και των Κιτρινιαραίων. Ένα μόνον αδελφέ, σε πειράζει προς το παρόν η αχρηματία… μα και αυτό ελπίζω ταχέως να το ενεργήση ή Διοικησις…».
       Σε επιστολή του Μούρτζινου προς τον Γεώργιο Γιατράκο της 17 Μαρτίου 1824 αναφέρεται ότι συνεννοήθηκε με τους φίλους που ανήκαν στην κυβερνητική παράταξη, οι οποίοι ήταν αντίθετοι του Πετρόμπεη και του Κολοκοτρώνη και μεταξύ αυτών μνημονεύει και τους «Ντουρακαίους»
       Τον Ιούνιο του 1824 με πρόταση του Διονυσίου Μούρτζινου, Ν. Βοϊδή και Γαλ. Κουμουνδουράκη η κυβέρνηση προήγαγε τον Παναγιώτη Κ. Δουράκη στο βαθμό της αντιστρατηγίας. Προηγουμένως αναφέρθηκε από λάθος του Παν. Σωτηρέα – Μαρτάκη ότι είχε το βαθμό της χιλιαρχίας.
       Ο Διονύσιος Μούρτζινος τον Ιούλιο του 1824 υπέβαλε λογαριασμό εξόδων από το Νοέμβριο του 1823 μέχρι τότε και συμπεριλάμβανε:
«Εκ των οποίων εξήκοντα ήσαν ειδικοί μου, 25 των στρατηγών  Αθανασούλη και Γαλάνη Κουμουνδουράκη και οκτώ του Καπετάν Παναγιώτη Τουράκη, οίτινες εχρησίμευαν μέχρι τούδε προς υπεράσπισιν της οικογενείας μου από τας επιδρομάς του Π. Μαυρομιχάλη, μετά του οποίου ως είναι γνωστόν πόσον ασπόνδως κατατρεχόμεθα, ανά γρόσια, λοιπόν τριάκοντα τον μήνα φέρουσι όλα ομού 19.530».
       Η κυβέρνηση στις 13 Νοεμβρίου 1824 διέταξε τους διαφόρους οπλαρχηγούς της Μάνης να στρατολογήσουν έναν αριθμό στρατιωτών για την τήρηση της εσωτερικής τάξεως. Στη διαταγή ο Παναγιωτάκης Ντουράκης όφειλε να ετοιμάσει απόσπασμα 25 στρατιωτών. Από τις 14 Νοεμβρίου 1824 είχε στρατολογήσει 25 στρατιώτες και ζητούσε σε λογαριασμό των Μανιατών οπλαρχηγών που ήταν φίλοι του Μούρτζινου, 625 γρόσια.
       Ο Ιμπραήμ, γιος του Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου, στις 10 Φεβρουαρίου 1825 άρχισε να αποβιβάζει το στρατό του Μεθώνη. Βαθμιαία προχώρησε βορειότερα και αφού μέχρι τις αρχές Μαΐου είχε καταλάβει τη Σφακτηρία και είχαν παραδοθεί το Παλαιόκαστρο και το Νεόκαστρο, ετοιμαζόταν πλέον να βαδίσει προς το Μανιάκι και την Καλαμάτα. Στις 14 Μαΐου Ο Παναγιωτάκης Δουράκης μαζί με άλλους Μανιάτες οπλαρχηγούς υπέγραψε από την Καλαμάτα αναφορά προς τη Διοίκηση και μετά δύο ημέρες ακολούθησε και άλλη αναφορά από τη Θουρία ( Φρουτζαλοκάμαρα ). Στην τελευταία υποβάλλεται στην Διοίκηση και το αίτημα της χορηγήσεως αμνηστίας σε όλους τους πατριώτες που εκρατούντο στην Ύδρα προκειμένου να σωθεί η πατρίδα.
       Στις 12 Νοεμβρίου 1825 ο Ιωάννης Κατσής-Μαυρομιχάλης και ο Πιέρος Πατριαρχέας-Τρουπάκης από το Λιμένι, έγραψαν στον Παναγιώτη Μπουκουβαλέα-Τρουπάκη, Παναγιώτη Ντουράκη και Μιχάλη Νικητάκη, που ήταν στην Καρδαμύλη ότι γίνεται στρατολογία Μανιατών, για να κρατηθεί η θέση του Αρμυρού, σε περίπτωση που ο Ιμπραήμ θα προσπαθούσε να εισβάλει στη Μάνη. Ήταν η εποχή που ο Ιμπραήμ ετοιμαζόταν για την εκστρατεία του στο Μεσολόγγι και πολλοί θεωρούσαν ότι προσεχής στόχος του θα ήταν η Μάνη.
       Μετά από λίγες ημέρες, στις 15 Νοεμβρίου 1825, από την Καρδαμύλη αναφέρθηκαν στη Διοίκηση μερικοί οπλαρχηγοί της παρατάξεως του Διονυσίου Μούρτζινου, όπως ο Αθανασούλης Κουμουνδουράκης, ο Παναγιώτης Μπουκουβαλέας που εκπροσωπούσε όλους τους Τρουπάκη-Μαντίνεια. Με το έγγραφο τους δήλωναν ότι σε αποκρούσουν τον Ιμβραήμ στο Αλμυρό, τότε αυτοί θα οχυρωθούν στο κάστρο του Κουμουνδουράκη και στην Καρδαμύλη. Ζητούσαν δε από την Κυβέρνηση να τους στείλει τρόφιμα και πολεμοφόδια.
       Ο Παναγιώτης Δουράκης υπήρξε μέλος της Εφορείας της Σπάρτης, δηλαδή της διοικητικής αρχής της Μάνης και στις 8 Ιουλίου 1826 επέγραψε, ως Παναγιωτάκης Ντουράκης, έγγραφο με το οποίο ο Ιάκωβος Κορνήλιος διορίζετο ένας των τριών αντιπροσώπων της Εφορείας, που θα είχε τις συναλλαγές με το εξωτερικό.
       Στις 27 Αυγούστου 1826 από την Καρδαμύλη η Εφορεία της Σπάρτης έστειλε επιστολή, η οποία φέρει και την υπογραφή του Παναγιωτάκη Ντουράκη, στο Μανιάτη την καταγωγή Φιλικό Γεώργιο Λαδόπουλο. Αυτός κατοικούσε και εμπορευόταν στη Ζάκυνθο, βοηθούσε δε οικονομικά τους Μανιάτες και τους εξασφάλιζε αλεύρι και άλλα είδη για τις ανάγκες του στρατοπέδου.
       Μετά δύο ημέρες, Στις 29 Αυγούστου, η Εφορεία της Σπάρτης έγραψε και άλλη επιστολή στο Γεώργιο Λαδόπουλο, που φέρει και την υπογραφή του Παναγιωτάκη Ντουράκη, για να αναγγείλει την μεγαλειώδη νίκη των Μανιατών στον Πολυάραβο «Ο Ιμπραΐμης συνάξας όλας τας δυνάμεις του ιππικόν και πεζόν εκκινήθη πάλιν κατά της Σπάρτης, και αφού εκυρίευσε τινά επίπεδα μέρη, και θέλησε να περιοδεύση και περαιτέρω. Όθεν διαμοιράσας το στράτευμα του εις τρείς κολώνας, έδωσεν αυτάς τας αναγκαίας διαταγάς. Η μία εξ αυτών έλαβε τον δρόμον της Μπολιτζάραβα και εις το οποίον ήτον κλεισμένοι τίνες εδικοί μας Σπαρτιάται και ορμήσασα κατ’ αυτών ευρέθη προ των πυλών. Αλλ’ ω μέγιστε Θεέ / ο οποίος διαφυλάττεις την Ελλάδα / τι έπαθεν; Μόλις επλησίασεν και οι Σπαρτιάται αντικρούσαντες αυτόν γενναίως. Έφθασε προς αυτούς και άλλη δύναμις εξώθεν, ήτις περικυκλώσασα την κολώνα ταύτην την κατηφάνισε εσκότωσε έως οκτακοσίους πεντήκοντα η και περισσοτέρους. Πιάσασα ζώντες και έως πεντήκοντα…»
       Η Εφορεία της Σπάρτης στις 23 Νοεμβρίου 1826 έστειλε έγγραφο από την Καρδαμύλη στην «Επιτροπή των Νήσων της θαλασσίου δυνάμεως» και ζητούσε να σταλεί μια μοίρα του στόλου, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος νέας εισβολής του Ιμβραήμ στη Μάνη. Οι Μανιάτες, όπως δήλωσαν, μπορούσαν να κρατήσουν αδιάβατα στους εχθρούς τα σύνορα της στεριάς της ιδιαίτερης πατρίδας τους, αλλά τα παράλια της Μάνης ήταν εκτεταμένα και η άμυνα καθίστατο δυσχερής. Κατέληγαν δε ότι λίγα πλοία θα μπορούσαν να αποδειχθούν καταστροφικά για τον Ιμπραήμ, αν επαναλάμβανε την προσπάθεια του.
       Σε επιστολή του Διονύσιου Μούρτζινου προς τους φίλους του Γιατρακαίους της 30 Μαΐου 1827 αναφέρεται: «…Όλους τους Μανιάτες να τους αγαπάτε είμαι ευχαριστημένος. Μα να υπεραγαπάτε τους Βενετζιανιάνους, Κυβελαίους και Τουρακαίους, αυτή είναι η μεγάλη μου ευχαρίστησις, και να τους βοηθήτε και εν λόγω και εν έργω…».
       Από την Καρδαμύλη η Εφορεία της Σπάρτης, στην οποία συμμετείχε και ο Παναγιώτης Δουράκης, ζήτησε στις 25 Νοεμβρίου 1826 από τους Ζακυνθίους Διονύσιο Ρώμα, Παναγιώτη Στεφάνου και Κωνσταντίνο Δραγώνα να δώσουν 1.000τάληρα κολωνάτα στον Αντώνιο Μπάστα, από τον οποίο τα δανείστηκαν, προκειμένου να βελτιώσουν την οχύρωση της Βέργας.
       Επειδή το καλοκαίρι του 1827 υπήρχε ο κίνδυνος νέας απόπειρας εισβολής του Ιμπραήμ στη Μάνη είχαν συγκεντρωθεί στη Βέργα του Αλμυρού, οι στρατηγοί Αντώνιο Μαυρομιχάλης, Διονύσιος Μούρτζινος, Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, Νικόλαος Χριστέας, Παναγιώτης Καπετανάκης, Γαλάνης Κουμουνδουράκης, Παναγιώτης Δουράκης κ.α.
       Στις 30 Σεπτεμβρίου 1827 Ο Παναγιώτης Δουράκης μαζί με τους άλλους στρατιωτικούς ηγέτες, που ήταν στη Βέργα, υπέγραψε αναφορά προς τη Διοίκηση πληροφορώντας την για τις κινήσεις του συμμαχικού και αιγυπτιακού στόλου, καθώς και για τη δενδροτομία των Αιγυπτίων στη Μεσσηνία.
       Οι οπλαρχηγοί της Μάνης, που κρατούσαν τη Βέργα του Αλμυρού Διονύσιος Μούρτζινος, Νικολάκης Χριστέας, Παναγιώτης Κουμουνδουράκης και Παναγιώτης Δουράκης, ειδοποίησαν στις 8 Οκτωβρίου 1827 τη Διοίκηση ότι από το Νεόκαστρο ( Πύλο-Ναυαρίνο ) ακούγονται κανονιοβολισμοί, εκρήξεις πιθανώς από  «μπαρουτοθήκες πλοίων» και έως τη μία ώρα της νύχτας ( από το σκοτείνιασμα ) φαινόταν η λάμψη της φωτιάς που εξακολουθούσε να καίει. Επρόκειτο για τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.
       Στις 28 Φεβρουαρίου 1828 κλήρος και τοπικοί αρχηγοί της Μάνης, που ήταν αντίθετοι στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, έστειλαν ευχαριστήριο επιστολή στον Ιωάννη Καποδίστρια, διότι τους ζήτησε να προκρίνουν 12 νέους από τη Μάνη για να φοιτήσουν σε σχολείο. Την ίδια ημέρα έστειλαν και επιστολή στον Πετρόμπεη και του καταλόγιζαν ότι η οικογένεια του είναι η αιτία των δεινών της Μάνης.
       Στις 4 Απριλίου 1828 ξεκίνησαν με πλοίο ο Διονύσιος Μούρτζινος, Ο Νικολάκης Χριστέας, ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης και ο Παναγιώτης Ντουράκης, πήγαν στο Μαραθονήσι όπου επιβιβάστηκε και ο Τζανετάκης Γρηγοράκης και κατευθύνθηκαν στο Ναύπλιο. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να συναντήσουν τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά εξαιτίας των εναντίων ανέμων έφθασαν στον προορισμό τους στις 23 του μηνός και την επομένη του έστειλαν επιστολή στην Ύδρα, όπου βρισκόταν και δικαιολογούσαν την καθυστέρηση τους.
       Ο Ιωάννης Γενοβέλης στις 20 Ιουλίου 1830 έγραψε στον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ‘Α. Μεταξά ποιοι από τους Μανιάτες είναι «καλόφρονες», δηλαδή φιλοκυβερνητικοί και μεταξύ αυτών συμπεριέλαβε και τον Παναγιώτη Δουράκη.
       Μετά τον θάνατο του Διονύσιου Μούρτζινου, στις 12 Φεβρουαρίου 1830, διορίστηκε επίτροπος του Γεωργίου Διονυσίου Μούρτζινου, δεδομένου ότι ήταν αδελφός της συζύγου του θανόντος.
       Ο Παναγιώτης Δουράκης πέθανε το 1832 και άφησε τέσσερα παιδιά τον Αλέξανδρο που φέρεται γεννηθείς το 1817, το Λεωνίδα, την Αικατερίνη και τη Χρυσηίδα. Το 1865 τον κατέταξαν στη 4η τάξη των αξιωματικών ( ταγματάρχης).
       Ο Αλέξανδρος Παν. Δουράκης κατά τα έτη 1853 και 1854 ήταν γραμμένος στους καταλόγους των ενόρκων του χωριού Λεύκτρο του δήμου Λεύκτρου και φέρεται γεννημένος το 1822. Ο Αλέξανδρος Δουράκης το 1844 έλαβε το χάλκινο αριστείο του αγώνος και υποθέτουμε ότι πρόκειται για τον γιο του Παναγιωτάκη. Αυτός θα πρέπει να διακριθεί από τον Αλεξανδρή Κωνστ. Δουράκη, ο οποίος έζησε μέχρι το 1840, υπηρέτησε ως αξιωματικός της Φάλαγγος και το 1836 είχε τιμηθεί με το αργυρό αριστείο.
       Ο Λεωνίδας Παν. Δουράκης φέρεται γεννημένος το 1824, κτηματίας και κατά τα έτη 1854, 1855 και 1856 ήταν γραμμένος στους καταλόγους των ενόρκων της Καστάνιας του δήμου Λεύκτρου.
       Ο Αλέξανδρος ( αρχικός κατάλογος, αυξ. Αριθ. 508 ) και ο Λεωνίδας ( αναθεώρηση 18677-8 αυξ. Αριθ. 126 ) παιδιά Παναγιώτη Δουράκη είναι γραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους της Καστάνιας του δήμου Λεύκτρου, που συντάχθηκαν το 1867. Η αναγραφόμενη ηλικία τους είναι 30 και 24 ετών αντιστοίχως και εάν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε δεν μπορεί να είναι παιδιά του Παναγιωτάκη Κωνστ. Δουράκη, ο οποίος έζησε μέχρι το 1832.

Αλεξανδρής Κωνσταντή Δουράκης
   
Επειδή ο Αλεξανδρής ήταν ο νεότερος γιός του Κωνσταντή Δουράκη δεν αναφέρεται στους αγώνες, διότι συμμετείχε πάντοτε υπό τους αδελφούς του. Δεν διαπιστώνεται ονομαστικά η παρουσία του στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και την Πολιορκία της Τριπολιτσάς.
    Στις 6 Ιουλίου 1824 με πρόταση του Διονυσίου Μούρτζινου, Νικολάου Βοΐδη και Γαλάνη Κουμουνδουράκη πήρε το βαθμό του υποχιλιάρχου. Από το βαθμό που του έδωσαν φαίνεται ότι είχε προηγούμενη πολεμική εμπειρία.
     Στις 11 Αυγούστου 1824 ακολούθησε το Διονύσιο Μούρτζινο στο στρατόπεδο της Μεσσηνίας με το βαθμό του υποχιλιάρχου.
      Το 1825, επί Ιμπραήμ, πολέμησε στον αγώνα επιβραδύνσεως που έγινε στη Μεσσηνία και τελικά βρέθηκε στην περιοχή του Νεοκάστρου(Πύλος), όπου αιχμαλωτίστηκε. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αιχμαλωσία και η κράτηση του στη Μεθώνη δεν έχουμε γνώση.
     Ο Δ. Μούρτζινος, ο οποίος ήταν σύζυγος της αδελφής του, προσπάθησε με διάφορους τρόπους να επιτύχει την ανταλλαγή του, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα.
     Στις 27 Φεβρουαρίου 1826 το Βουλευτικό έκανε δεκτή την πρόταση του Δ. Μούρτζινου να του δοθεί ο αιχμάλωτος Σαλή Μουστάκης μαζί με την οικογένεια του προκειμένου να τον ανταλλάξει με το γυναικάδελφο του.
     Σε αναφορά του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη της 17 Ιουλίου 1827 από Κιτριές αναφέρονται τα ακόλουθα : «...εν ταυτώ καταγίνομαι διαπραγματευόμενος την ανταλλαγήν μερικών αιχμαλώτων εχθρών ευρισκομένων ενταύθα, με τον Χατζή-Χρήστον, Μιχάλην Σισίνην, Αλεξανδρήν Δουράκην, και με άλλους ημετέρους, δια τής οποίας ανταλλαγής έστειλα επίτηδες είς Μεθώνην τον Κουτζιλιέρην του εδώ Κονσόλου της Μεγάλης Βρετανίας Κοτζιά να κάμει την διαπραγμάτευσιν ταύτην, τον οποίον τον περιμένω διά να έλθη ώραν παρ’ ώραν και διά να πληροφορηθώ παρ’ αυτού και την απόφασιν του Ιμπραήμη, διότι από τους εδώ αιχμαλώτους, είς εξ’ αυτών είναι μπίμπασης, τον οποίον / ως πληροφορούμαι/ τον έχει πρώτον είς την αγάπην του ο Ιμπραήμης, διά τούτο θέλω σταθώ επίμων διά να ελευθερώσω οποίους από αυτούς δυνηθώ. Ούτως ο Νικόλαος Κουτσούκηγς αιχμαλώτισεν αυτούς, το πλοίον ήτον του Καπ. Παναγιωτάκη Γιαννέα, οι στρατιώται ήτον εδικοί μας. Ο καπ. Παναγιωτάκης εζητούσε το μερίδιό του από τους αιχμαλώτους, ο δέ ανεψιός μου Ηλίας Κατσάκος μπρετεντέρων (απαιτώντας) το μερίδιον των στρατιωτών μας επλήρωσε πρός τον ρηθέντα Παναγοωτάκην δέκα χιλιάδας γρόσια, και «πήρε» όλους αυτούς, οι οποίοι υπόσχοντον να του μετρήσουν εικοσιπέντε χιλιάδες γρόσια για να τους ελευθερώση. Αφού δε έφθασα εγώ ενταύθα, ωμίλησα του ανεψιού μου Ηλία, λέγοντας του ότι δεν κάμνει να τους ελευθερώση διά χρήματα, αλλά να κάμωμεν ανταλλαγήν με τους άνωθεν ημετέρους, όστις με απεκρίθη αυτοί να ελευθερωθούν και δεν θέλω να λάβω μήτε οβολόν/μ’ όλον ότι εμέτρησα δι’ αυτούς δέκα χιλιάδες γρόσια, εκτός των εξόδων μου/ και η Σ. Κυβέρνησις ήτις γνωρίζει περί τούτου άς αποφασίσει...».
   Σε απάντηση η Αντικυβερνητική Επιτροπή στις 20 Ιουλίου 1827 του έγραψε: «Ότι, όσα έξοδα αναγκαία ήθελεν εξοδεύσει, η Κυβέρνησις θέλει τα πληρώσει πάραυτα. Ότι οι συλληφθέντες αιχμάλωτοι Οθωμανοί να μείνουν εις χείρας του διά να γίνει η προβληθείσα αλλαγή μετά του Χ’’Χρίστου, Μ. Σισίνη και Δουράκη και λοιπών».
    Τελικά με αναφορά της 29ης Αυγούστου 1827 του Διονυσίου Μούρτζινου προς την κυβέρνηση έγινε γνωστό ότι το απόγευμα της προηγουμένη με το πλοίο του Καπ. Δελμόλτα επέστρεψε ο κουνιάδος του Αλεξανδρής Δουράκης μαζί με άλλους τρείς αιχμαλώτους, οι οποίοι αντηλλάγησαν με εννέα Οθωμανούς τους οποίους είχε η οικογένεια Μαυρομιχάλη.
    Στις 24 Ιουλίου 1830 στο Μαραθονήσι ο Αλεξανδρής Δουράκης υπέγραψε αναφορά μαζί με άλλους εκπροσώπους της Μάνης και τον ανιψιό του Κωνσταντή, με την οποία εξέφρασαν την εμπιστοσύνη τους προς τον Ανδρέα Μεταξά Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου.
    Ο Ιωάννης Γενοβέλης πρώην Έκτακτός Διοικητής Άνω και Κάτω Μεσσηνίας χαρακτήρισε ως «καλόφρονες» όσους ήταν φιλικά διακείμενοι στο καθεστώς του Ιωάννη Καποδίστρια. Παρά το γεγονός ότι στον κατάλογο των καλοφρόνων συμπεριέλαβε και το Σταυρινό Καπετανάκη, στις 18 Αυγούστου 1830 από την Καλαμάτα μερικοί από τους επιφανείς Μανιάτες, μεταξύ των οποίον και ο Αλεξανδρής Δουράκης απευθύνθηκαν στο Γενικό Επίτροπο Πελοποννήσου Ανδρέα Μεταξά για να τον βεβαιώσουν: «Πληροφορηθείτε Εκλαμπρότατε! Ότι ο καπ. Σταυρινός και ζών ο αείμνηστος Μούρτζινος, και αποθανών, εστάθει μόνος πιστός και ακλόνητος είς την λατρείαν της Σ.Μ. ματαιώσας μεθ’ όλων ημών, πολλούς σκοπούς των ραδιούργων και ταραχοποιών, και βοηθών έργω και λόγω τούς ευπειθείς της Σ.Μ...».
     Στο Κουτήφαρη της Μάνης υπέγραψε στις 29 Νοεμβρίου 1830 μαζί με άλλους κατοίκους του Ζυγού της Μάνης αναφορά υπέρ του Ιάκωβου Κορνήλιου.
    Το επόμενο έτος, στις 21 Μαΐου 1831, υπέγραψε αναφορά, που καταδίκαζε τα στασιαστικά κινήματα των Μαυρομιχαλαίων στο Λιμένι, την οποία εδημοσίευσε η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος».
    Στις 16 Σεπτεμβρίου 1831 ήταν σε κυβερνητικό στρατόπεδο στο Βαρούσι της Αβίας μαζί με άλλους Μανιάτες καπετάνιους, για να αντιμετωπίσουν τους Μαυρομιχαλαίους, οι οποίοι εκείνες τις ημέρες είχαν καταλάβει την Καλαμάτα. Από εκεί υπέγραψε αναφορά προς τον Έκτακτων Επίτροπο Σπάρτης, ότι το στρατόπεδο εστερείτο τροφών και εκινδύνευε να διαλυθεί.
    Όπως αναφέρεται, επί Καποδίστρια διετέλεσε μέλος της πολιτικής Φρουράς 1ης τάξεως με μισθό 140 φοίνικες κατά μήνα και άνηκε στην 5η τάξη (ταξίαρχος;).
     Υπέγραψε στις 27 Νοεμβρίου το 1831 το πρακτικό εκλογής του Ιάκωβου Κορνήλιου ως πληρεξουσίου της Μάνης για την Εθνική Συνέλευση του Άργους.
     Το καλοκαίρι του 1836 κατετάγη ως εκλεκτός της 11ης τετραρχίας της φάλαγγος ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Δουράκης.
    Υπηρετώντας ως ανθυπολοχαγός ο Αλέξανδρος Δουράκης το 1836 πήρε το αργυρό αριστείο του Αγώνα.
    Το 1839 τέθηκε σε ενέργεια ο λοχαγός/επιλοχίας Αλέξανδρος Δουράκης και τοποθετήθηκε στη νεοσχηματισμένη 4η τετραρχία.
    Ο Αλέξανδρος Δουράκης αναφέρεται ως λοχαγός (αξιωματικός Ε΄ τάξεως) της Λακωνικής Φάλαγγος με αριθ. Μητρ. 689.
   Στις 2 Νοεμβρίου 1840 πέθανε στο Νεόκαστρο(Πύλο) ο λοχαγός της 4ης τετραρχίας Αλέξανδρος Δουράκης. Εκεί που κάποτε αιχμαλωτίστηκε τώρα τον βρήκε ο θάνατος.
    Τα παιδιά του Δημήτριος, Αγγελικούλα και Αφροδίτη στις 18 Ιουνίου 1865 υπέβαλαν αίτηση για την αναγνώριση των θυσιών του πατέρα τους.
    Ο Δημήτριος Αλ. Δουράκης του οποίου το όνομα συμπεριλαμβάνεται σε ομαδική αίτηση για το αριστείο του Αγώνος, έλαβε το χάλκινο. Ακόμη είναι γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους 1866-67 του δ. Λεύκτρου, που φυλάσσονται στα ΓΑΚ, φέρεται δε ως κάτοικος της Καστάνιας, ετών 35 με αυξ. Αριθ, μητρ. 115.

Άλλα μέλη της οικογένειας Δουράκη.
   
Ο αδελφός του Κωνσταντή Δουράκη είναι γνωστός από τη διήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη, του Οποίου όμως δεν γνωρίζομε το όνομά του.
   Όταν ο Κωνσταντής Δουράκης επέστρεψε από τις Κιτριές, όπου συνάντησε τον Αντωνόμπεη Γρηγοράκη, επισκέφθηκε στο μοναστήρι το Θ. Κολοκοτρώνη, συνοδευόμενος και από τον αδελφό του, για να του δώσει ένα γράμμα από το Μπέη. Περιγράφοντας τις υποψίες του για προδοσία του Κωνσταντή Δουράκη ο Θ. Κολοκοτρώνης πρόσθεσε: «Ο αδελφός του υποπτεύθηκε, και δεν ήτο με τη γνώμη του».
    Στην πρόταση του Κωνσταντή Δουράκη να πάει ο Θ. Κολοκοτρώνης στις Κιτριές προς συνάντηση του Αντωνόμπεη, προστίθεται ότι: «Ο αδελφός του μου έκανε νόημα να είμαι προσεκτικός». Περεταίρω, διηγούμενος ο Θ. Κολοκοτρώνης, ότι ο  Κωνσταντής Δουράκης έφυγε από φονική ενέδρα, τον κάλεσε να πάει και αυτός στο σπίτι για να πιούνε ένα κρασί και διηγείται : «Ο αδελφός του δεν μας άφηκε να πάμε εμπόδιζε τα σκυλιά να φωνάξουν, και εφύγαμε».
    Άλλες πληροφορίες δεν υπάρχουν για τον αδελφό του Κωνσταντή Δουράκη. Δεν είναι γνωστό αν είχε οικογένεια και αν άφησε παιδιά.
    Ο Νικολάκης Ντουράκης από τη Μεγάλη Καστάνια, όπως σημειώνεται στο ημερολόγιο του Ηλία Γιατράκου, στις 21 Ιουλίου 1822 ήταν «πληγωμένος είτ το βυζί, τον εκοίταξα ημέρες 45».
    Ο Ηλίας Δουράκης το 1844 τιμήθηκε με το χάλκινο αριστείο του Αγώνος.
    Από τον εκλογικό κατάλογο της Καστάνιας του δήμου Λεύκτρου του 1871, που φυλάσσεται στα ΓΑΚ, πληροφορούμεθα για τον Κωνσταντίνο Δουράκη ο οποίος γεννήθηκε περίπου το 1842.
    Ο Πέτρος Σωτηρίου Δουράκης το 1904 αναφέρεται ότι κατοικούσε στο Πεταλίδι.
    Το όνομα του Αθανασίου Δουράκη αναφέρεται στις εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των ηγετικών μελών της οικογενείας κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως του 1821. Δεν Συναντάται η απονομή του χάλκινου αριστείου του Αγώνος μετά από πρόταση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 7 Απριλίου 1844, που δεν αποτελεί ένδειξη ότι υπήρχε αξιόλογος αγωνιστής. Την εποχή εκείνη τα αριστεία εδίδοντο κυρίως σε νεαρά άτομα και σε άλλα που δεν είχαν καμία συμμέτοχη σε πολεμικές ενέργειες. Πιθανώς να ήταν ο πατέρας του προαναφερθέντος Κωνσταντίνου Αθανασ. Δουράκη.
    Δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Αθανάσιος αναφέρεται αντί του Γεωργίου Δουράκη. Ίσως τη λανθασμένη πληροφορία έδωσε κάποιος από τους απογόνους, στηριζόμενος σε ανακριβή οικογενειακή παράδοση. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο «Αθανάσιος Δουράκης» αναφέρεται σε σύγχρονη Ιστορία Ελληνικού Έθνους μεταξύ των Μανιατών που πολέμησαν στον Άγιο Αθανάσιο της Καρύταινας μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τραυματίστηκε. Προφανώς πρόκειται για σύγχυση και έχει γραφή Αθανάσιος αντί Παναγιώτης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
   
Στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία Ελλάδος και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους φυλάσσονται μερικά έγγραφα τα οποία είναι ανέκδοτα και σχετίζονται με την οικογένεια του Δουράκη, τα οποία και θα παρουσιάσομε.

1) Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία έγγραφο αριθ. 17860.
       
Στις 8 Φεβρουαρίου 1804 ο Καπουδάν πασάς Απδούλ Καρλή πασάς με διαταγή του προέτρεψε τον Αντωνόμπεη να εξώση από την καπετανία της Καστάνιας τον Κωνσταντή Δουράκη και όσους ήσαν αντίθετοι του.
   «Ημέτερε πιστέ πάς πογού Μάνης Αντώνη Γρηγοράκη, αυξυνθήτω η πίστις και το σαδακάτι σου. Επειδή θέλομεν επιμόνως είς τας ημέρας της συν Θεώ ηγεμονίας μας να είναι άκρον εμινλίκι, και κατά πάντα ευταξία και κοσμιότης εις όλην την Μάνην χωρίς να φανεί το παραμικρόν τεξιράτι, ζητούμεν απαραιτήτως να έχεις εις τούτο μεγαλωτάτην πρόβλεψιν, και εναγώνιον επιμέλειαν, προστάζοντες σε σφοδρώς διά του παρόντος ηγεμονικού μας πουγιουλουλδίου να παιδεύεις σκληρώς όλους εκείνους τους κατοίκους της Μάνης όπου ατακώσι και συγχίζουσι την ευταξία του τόπου και το νιζάμι σου, και δεν πείθονται είτα τας νομίμους σου αποφάσεις, και μάλιστα τον καπετάνιο Κωνσταντή Δουράκην, τον οποίο να τον ευγάλης από την καπετανία και να τον παιδεύσης ως άτακτον και παρήκοον, επειδή μας επληροφόρησε τα περί αυτού ο περί τα αυτόθο μεμούρης ημέτερος, προσφιλέστατος Καπετάνια πέγης, και όσοι  άλλοι από τους λοιπούς Καπετάνους είναι τοιούτοι άτακτοι και απειθείς, να τους αλλάξεις και να τους παιδεύσεις, επειδή και δεν ανεχόμεθα τοιούτους χαΐνηδες και ατάκτους διά να μη ταράττωσι και την ευταξία των λοιπών, με το κακόν παράδειγμα τους. Ούτω προστάζομεν ηγεμονικώς, και πρόσεχε να μην παραβλέπεις και αδιαφορείς εις τας αταξίας των τοιούτων χαριζόμενος, ότι θέλεις υποπέσει ο ίδιος εις την δικαίαν μας αγανάκτησιν, επειδή ότι ταξιράτι ήθελεν ακολουθήσει εις όλην την Μάνην από τους κακούς διά το σελαμέτι σου, αποτεινόμενος είς την προς καλήν διοίκησιν και ευνομίαν του τόπου επίμονον θεήσιν μας. Λοιπόν ούτω και μη άλλως γενέσαθα εξ αποφάσεως. Εξεδόθη από το διβάνι του βασιλικού ταρσανά. Ασιη΄ Φεβρουαρίου 8».
 Λέξεις τούρκικες στο κέιμενο που χρειάζονται ερμηνεία : Πας πογού=ηγεμόνας. Σαδακάτι= Αφοσίωση. Εμινλίκι=ασφάλεια. Τα(ε)ξιράτι= παράλειψη, αμέλεια. Πουγιουρουλδί=διαταγή. Καπετάνια πέγης= Αξιωματικός του στόλου. Χαΐνηδες= αχάριστοι, προδότες. Νιζάμι=τάξη. Μεμούρης= υπάλληλος. Σελαμέτο= σωτηρία. Ταρσανάς = ναύσταθμος.

2) Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία έγγραφο αριθ. 17865.
  
Στις 26 Φεβρουαρίου του 1806 ο Σεϊτ Οσμάν πασάς Βαλής του Μοριά έστειλε διαταγή στο μπέη της Μάνης Αντωνόμπεη Γρηγοράκη με την προσταγή να συλλάγη τον κλέφτη Νικήτα Τρίγγα, που εύρισκε καταφύγιο στη Μάνη και τον απειλούσε ότι θα τον καταγγείλει στο Δοβλέτι. Η καταγγελία αυτή έγινε, όπως φαίνεται από το επόμενο έγγραφο.
  «Σεΐτ Οσμάν πασάς ελέω Θεού Βεζίρης ημών και Βαλής του Μωρέως.
   Πάσπουγου και ζαπίτα της Μάνης Αντωνόμπεη Γρηγοράκη, είη σου το τέλος αγαθόν. Με το παρόν υψηλών μας μπουγιουρδί φανερωνόμεν ηγεμονικώς, ότι περί του κλεπτονικήτα και του Κούστα και περί του υιού του Μελιγαλιώτη, ακόμη και περί του Γουδάνη, και περί όλων των ριφίκηδων και συνδρόφων τους με τόσα ηγεμονικά πουγιουρδιά μας σου εγράψαμεν, και είς όλας τας προς το ύψος μας εμμέσους και αμέσους δι’ αρτζουχαλίων αποκρίσεις  σου προβάλλειος και λέγεις, ότι αν ίσως ειρημένοι κλέπται και χαϊδούτες είναι αυτού εις την Μάνην, βέβαια και χωρίς άλλο θέλει τους πιάσεις και θέλεις τους στείλεις φαλάς. Περί αυτών τέτοιας λογής και από πολλάς ημέρας γράφεις και αποκρίνεσαι και ούτως υπόσχεσαι και τάζεις, όμως έως της σήμερον μήτε κανένα χαρετίδι σου εφάντη, μήτε έργον τελείως. Το πως αυτοί οι κλέπται βέβαια είναι επάνω εις την Μάνην είς τα Πηγάδια, αυτό είναι αληθέστατων, και πλεόν δεν ημπορείς να λέγεις και να γράφεις το, αν είναι, επειδή δι’ αυτούς είμεθα άκρως πληροφορημένοι και από τα τακρίκια, όπου έδωκαν οι πιασθέντες επάνω εις τον Μωρέα κλέπται, και από τον αγά Κεχαγιάπεή μας, και από πολλά άλλα μέρη όπου είχον εις τα αυτόθι τζασίτας σταλμένους και εις τα Πηγάδια από το μέρος του ορδιού, όσον και από το Λονδάρι, και Πισινά χωριά, οι οποίοι και όλοι τους είδαν, και καθώς αυτό αποδείχνεται, κυρώνεται, παρασταίνεται καλλίτερων, και βεβαιώνεται αληθέστατων από τα ίδια τα είς χείρας μας ευρισκόμενα γράμματα σου. Εσύ όμως έως την σήμερον με το να μην έκαμες κανένα έργον διά τους ειρημένους κλέπτας, δια τούτο όλοι οι αγάδες του Μορέως και οι Κοτσαμπασήδες επαρρησιάθηκαν εις το χουζούρι μας προβάλλοντες και ζητούντες όπου ή να ενερήσωμεν διά τον εξ αποφάσεως εξολοθρευμόν αυτών των κλεπτών, ώσαν όπου είναι , και έμειναν βέβαια βέβαια αυτού εις την Μάνην, ή να γράψωμεν και ημέις, ομοίως και εκείνοι με κοινήν αναφοράν τους, και με ιλάμι του ιερού μεχκεμέ είς το κρασταιόν δοβλέτι, ότι οι Χαϊδούτες Νικήτας και λοιποί, όλοι είκοσι επτά νομάται έμειναν είς την Μάνην, καθώς έχει όλη η αλήθεια. Διά τούτο προειδοποιούντες σε με το παρόν μας υψηλόν πουγιουρδί σε προστάζομεν ηγεμονικώς, ότι αυτούς τους κλέπτας όλους να τούς  πιάσης και να τους στείλεις εδώ εις το χουζούρι μας ή ζωντανούς ή σκοτωμένους, χωρίς να γίνει περισσοτέρα αργοπορία, επειδή μούλτακ από εσένα τον ζαπίτην την Μάνης τους θέλομεν. Ειδ’ εκ του εναντίου και ήθελες μεταχειρισθείς τας ατελειώτους σου συνιθισμένας υποσχέσεις, και προφάσεις χωρίς έργα, ήξευρε πώς μετά δυο ημέρας θέλομεν εμβάσομεν εδώ εις τον αγά Κεχαγιά πέη μας, και τούς μετ’ αυτού αγάδες του Μωρέως, και όλο το ορδί και ασκέρι, και τότε ευθύς και αμέσως θέλει γραφθεί η τέτοια είδησις εις το κραταιόν δοβλέτι, δια να τους εκζητήση το ίδιον αφεύκτως και απαραιτήτως από εσένα και μόνον, όχι με πιασμένους από τώρα, και φυλαγμένους αυτού έως τότε, και στοχάσουν πως αυτό σου απόκειται χωρίς να ημπορέσης να το αποφύγης με καμμίας λογής πρόφασιν, και πως είναι το ίδιον και όμοιν οπού, ή τώρα να τους πιάσης και να τους στείλης εις δύο ημέρας εδώ είς το υψηλόν μας διβάνι, ή τότε να τους κάμης τεσλίμι χωρίς άλλο. Εκ’ τούτων λοιπόν όλων λάβε προσοχήν άκραν και επιμέλειαν, και μην θελήσης να κ----σης είς την τέτοιαν αποκειμένην κατά σου καταγραφήν, όπου θέλει αμαυρώσει κάθε απολογία σου κονδά είς το αήττητων κραταιών δοβλέτι, αλλά κάμε καθώς ηγεμονικώς και υψηλώς σε προστάζομεν και μη άλλως εξ αποφάσεως.
    Εξεδόθη από το διβάνι του Μωρέως εκ Τριπολιτσάς. 1806 Φεβρουαρίου 26».
    Λέξεις τούρκικες στο κείμενο που χρειάζονται ερμηνεία: Ζαπίτης=αξιωματικός, αστυνομικός . Ρι(ε)φίκης=συνάδελφος. Αρτζιχάλι=αναφορά, απολογία. Χαϊδούτες= ληστές. Τακρίκια= υπόμνημα. Καχαγιάμπεης=βαθμός αξιωματικού του ναυτικού. Τζασίτης= κατάσκοπος. Χουζούρι= ανάπαυση. Ιλάμι=απόφαση δικαστηρίου. Μαχκεμές=δικαστήριο. Μούλτακ=άφευκτος, απαραιτήτως. Τεσλήμι= παράδοση-εξόφλησ

3)   Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία έγγραφο αριθμ. 17866.
   
Στις 20 Απριλίου 1806 ο Καπουδάν πασάς Μεχμέτ πασάς σε διαταγή του προς τον Αντωνόμπεη του αναφέρει την αγανάκτηση του Πασά της Τριπολιτσάς και την οργή του Δοβλετίου για τη μέχρι τότε στάση του απέναντι στους κλέφτες και τον προτρέπει να συλλάβει το Νικήτα.
    «Ημέτερε πιστέ Αντωνόμπεη Γρηγοράλη πας πογού Μάνης. Ο υψηλότατος Μώρα βασιλής έγραψεν ήδη προς το κραταίον δοβλέτι ότι κατά την εκδοθείσαν βασιλική προσταγήν δια τον όλεθρον και καταδρομήν των ήδη εις Μωρέαν αναφανέντων κλεπτών, ήτο ελπίζομεν ου μόνον να μη δεχθής αυτούς εις την Μάνην, αλλά και να εξολουθρεύσης και εσύ με διάφορους τρόπους αυτούς και ότι αμέσως οπού έμαθες ότι ο κακονικήτας με είκο<σι> δύο έτι κλέπτας εισήλθεν είς την Μάνην και εκρύβη, σοί έστειλε πουγιουρουλδί του δηλωτικόν τούτου και προστακτικόν να τους πιάσης, αλλά σύ αρνήθης την είσοδον αυτού.  Και αδιαφόρησες, ήτις ύστερον απεδείχθη αληθλής και ωμολόγησε τόσον αυτός, όσον και οι ζωντανοί πιασθέντες ότι ήσαν είς την Μάνην.  Διό και το κραταιόν δοβλέτι ηγανάκτησε σφοδρά και εξέδωκε πιγιέ και να σοί μάθωμεν τα χρέη και καθήκοντα του σαδακατίου σου, αλλ’ ημείς εφανερώσαμεν εγγράφως προς το κραταιόν δοβλέτι ότι τοιαύτα απαίσια χερικέτια είναι ανέλπιστα από τον σαδικανέ τρόπον σου, και προσθέτοτες όσους λόγους ήσαν αναγκαίοι εις το νόημα του προς ημάς σταλέντος αρζιχαλίου σου, κατεπραϋνένομεν την οργήν του υψηλού δοβλετίου, ήδη δε εκδόντες τον παρόντα σφοδρόν ηγεμονικόν ορισμόν μας, σοί προστάζομεν να ενεργήσης αμεταθέτως όσα εν τω ημετέρω διεξοδικώ πουγιουρουλδί μας προεγράφησαν. Επιμελούμενος εις την ευνομίαν και καλήν διοίκηση της Μάνης, προσέχων και αόκνως ενασχολούμενος κατά την προς το κραταιόν δοβλέτι έγγραφον κοινήν υπόσχεσίν σας διά τον όλεθρο των χαϊδούδιδων και σπαντίδων, πάσχων ουχί μόνον κρύπτης τους εν Μάνη εισερχομένους κλέπτας, αλλά εξ αυτών τους μεν Μωραΐτας να στέλης αφ’ ού τους πιάσεις με ανθρώπους προς τον υψηλότατον Μόρα Βαλισή. Τους δε Μανιάτας να παραδίδεις είς  τα εκείσε περιερχόμενα βασιλικά καράβια, διάγων με όλους εν ομονοία κορεσπονδάρων με όλους τους μεμούριδες και πράττων απαρεγ<κ>λίτως κατά την υπόσχεσιν υμών διότι άλλως πως ποιών θέλης παιδευθή απροκριματίστως.
Εξεδόθη από του διβανίου του βασιλικού τιρσάνι.
  ασκα ‘ (1806) Απριλίου20’».
 Λέξεις τουρκικές στο κείμενο που χρειάζονται ερμηνεία: Τερμπιγιέ=επίπληξη. Σαδακάτι=αφοσίωση . Χερικέτια = πολεμικές επιχειρήσεις.

4) Γεν. Αρχεία Κράτους, Αρχ. Βλαχ., Εκτ., φακ. 4, αριθ. Εγγρ. 49.

       Πρόκειται για το από 23 Φεβρουαρίου 1823 πρωτόκολλο εκλογής πληρεξουσίων για την Εθνοσυνέλευση του Άστρους από τους επισκόπους και καπεταναίους της Μάνης και απευθύνεται προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

       «Εκλαμπρότατε !
       Ιδού κατά την πρόσκλησιν της υπέρτατης Διοικήσεως και κατά την συναίνεσιν της Εκλαμπρότητός σας σας περικλείομεν το κοινόν ψήφισμα της πατρίδος μας περί της αποστολής των παραστατικών μελών της εις την κοινήν του Έθνους συνέλευσιν του φιλογενεστάτου και εξοχωτάτου κυρίου Αναστασίου Κορνηλίου και του Πανοσιολογιωτάτου αγίου Πρωτοσυγκέλλου κυρίου Γερασίμου. Η εκλογή αυτή δεν αμφιβάλλομεν, ότι θέλει σας είναι αρεστή. Επειδή είναι καλώς γινώσκετε τα ρηθέντα υποκείμενα, ως εξής, από των οποίων ελπίζομεν όχι μόνον επωφελή δούλευσιν μερικώς εις την Σπάρτην, αλλά γενικώς εις το Έθνος. Όθεν γνωρίζουσα σας αρχηγόν της η πατρίς σας αποστέλλει το ψήφισμά της, ίνα το επικυρώστε, και δώσητε προς αυτούς, διά να απέλθωσιν όσον τάχος, όπου η πατρίς τους διορίζει. Ταύτα και με όλον το σέβας μένομεν.
       αωκγ’ Φεβρουαρίου κζ.
       Ο Μαϊνης Νεόφυτος, Ο Ανδρουβίστης Θεόκλητος, /// /// ο Πλάτσης Ιερεμίας, ο Λαγίας Μακάριος.
       καπ: Δημητράκης Τσιγουράκος, Γρηγοράκης, κπτ: Γιάννης Μαυρομιχάλης, καπτ: Νικολάκης Χριστέας, Αθανασούλης Κουμουνδουράκης, κπτ: Διονύσιος Μούρτζινος, καπτ: Πανάγος Κεβέλος, Πιέρος Τρουπάκης, κπ: Γεώργιος: Δ: κβλ: Γρηγοράκης, Γιώργης Ντουράκης, Γαλάνης Κουμουνδουράκης, Γιαννάκης Κουμουνδουράκης, Ιωάννης Λογοθθέτης Σπαρτιάτης».

5) Γεν. Αρχεία Κράτους, Υπουργ. Πολέμου, φακ. 7, εγγρ. 150.

       Πρόκειται περί επιστολής του Διονυσίου Μούρτζινου από 17 Μαρτίου 1824 που απευθύνεται στο στρατηγό Γιωργάκη Γιατράκο, στην οποία αναφέρεται:

       «Γενναιότατε στρατηγέ και αδελφέ καπετάν Γιωργάκη Ιατράκο ειλικρινώς σε αποσπάζομαι.
       Έλαβον το αδελφικόν σου γραμμένο από τας 10 του τρέχοντος εχάρην άκρως εις την αδελφικήν μοι υγείαν σου, και έγνω καλώς τα γραφόμενά σου. Εγώ και αρχίτερις σας έγραφα τα όσα η χρεία εδώ καλεί. Ιδού και πάλαι σου φανερώνω καθαρά ότι τα εδώ τρέχοντα έλαβον άλλην μορφήν επειδή, και ενώθησαν Καπετανιάνοι, Χρηστέας, Μαυρομιχαλιάνοι, και Κουτζογληροριάνοι, ενεργώντας και συνάζουν φατρίας, και αποβλέπη, και ο σκοπός τους δια να κάμουν σκοτούρα εις την επαρχίαν σας. Αδελφέ μίλησε με τόνον τα δέοντα προς την Σεβαστήν Διοίκησιν δια να μας προ<φ>θάση όσον τάχος αρκετή χρηματικήν ποσότητα συντροφευμένη μ’ ένα της πιστόν άνθρωπον βαστώντας καθαρόν λογαριασμόν εκεί όπου η χρεία καλεί να δίδουνται και εις τούτο μην βάλει παραμικρόν λογισμόν ο νου<ς> σας ότι θέλει τα μεταχειρισθώ ώσαν άλλους όχι ποτέ. Σε ομνυώ εις  το κεφάλι μου και εις την ανάστασιν του Έθνους μας ότι θέλει δίδουνται αυτά τα χρήματα με χέρι του πιστού ανθρώπου της σεβαστής Διοικήσεως, μεταχειρίζονται εις το όφελος της χρείας της. Προσέτι ακόμη να την παρακινήσης δια να στείλη μίαν της διαταγήν προς τους αρχιερείς, καπεταναίους και προκρίτους της Σπάρτης. Λέγοντας τους γενναίοι Σπαρτιάται εσείς εσταθήκατε πρώτοι του ιερού αγώνος όπου εσηκώσατε τα άρματα προς τους τυρράνους, και εχύσατε αρκετά αίματα δια την ελευθερίαν του Έθνους, και τα ντρίττα ( σωστά, ευθέα ) και δίκαιά σας πάντα τα έδιδε το Έθνος όμως σας τα κρατούσε ένας. Ιδού λοιπόν καιρός όπου ήλθεν τώρα να δοξασθείτε να λάβετε βραβεία δίκαια και ντρίττα, καθώς σας μεριτάρουν ( αρμόζει ) και συνδράμετε εις τα νεύματα της Διοικήσεως όπου σας προσκαλεί και όσα άλλα κρίνει εύλογον και τα εξής. Και εις τούτο σε βεβαιώνω αδελφέ ότι πρώτον με τα χρήματα και δεύτερον με την διαταγήν της να απονεκρώσουμε όλα ταύτα τα σχέδια των και να πάρωμεν και όλους τους στρατιώτας τους, όσους θέλει να συνάξουν στέλνοντας τους εις την χρείαν της Σεβαστής Διοίκησεως και αυτοί θέλει μείνουν το ούδεν και βάλτε βάσιν εις τα γραφόμενά μου και θέλετε τα βρήτε ορθότατα προς ωφέλειαν της Διοικήσεως και προς σωφρονισμόν των αντιπάτριδων και αν αυτά τα χρήματα έλθουν ετότε βγάνετε και την διαταγήν διά την πολιταρχίαν Καλαμάτας, ει δε χωρίς την χρηματικήν ποσότητα να μας έλθουν δεν μας χρησιμεύει και η διαταγή της πολιταρχίας Καλαμάτας. Είσαι αρκετός και περί τούτου δεν σου εκτείνομεν περισσότερον διότι αυτά όπου γνωρίζω θέλει ακολουθήσουν κατά χρέος μου πολλάκις σας το έκαμα είδησιν και εν καιρώ να μην έχω βάρος ότι στάθηκα ανάξιος. Σε ανασπάζομαι και μένω με όλην την ειλικρίνειαν.
       Τη 17 Μαρτίου 1824 – Σκαρδαμούλα ο ειλικρινής αδελφός
                                               Διονύσιος Τρουπάκης

     ( Υστερόγραφο στο περιθώριο της σελίδος ): Τους στρατιώτας θέλει τους ξεκινήσω έως την ερχομένη Παρασκευή. Εγώ εδώ εισακούστηκα με αδελφούς στρατηγόν Κουμουνδουράκη και Γαλάνη και Ντουράκη και με καπετάν Τζανετάκη, και με άλλους πολλούς αδελφούς τι ενεργώμε τους σκοπούς μας όμως τα χρήματά εκεινώνε θέλουν μας χαλάσουν τα σχέδιά μας».

6) Γεν. Αρχεία Κράτους, Υπουργ. Πολέμου, φακ. 43, έγγρ. 027.

       Κατάσταση εξόδων για τους στρατιώτες που είχαν ως αποστολή την διατήρηση της τάξεως στο εσωτερικό της Μάνης στα τέλη του 1824. Τα ονόματα συμπληρώνονται με τις παρενθέσεις:

       «Λογαριασμός των αρχηγών της Σπάρτης με τους υπό την οδηγίαν των στρατιωτών ως ακολούθως δείκνυται, από 14 Νοεμβρίου έως 14 Δεκεμβρίου (1824)
                     Κατ’ επεξεργασίαν του υπουργού των πολεμικών
Στρατιώται 200 ο καπετάν Ιωάννης Μαυρομιχάλης από 14
                                   Νοεμβρίου έως 14 Δεκεμβρίου διά μισθόν
                                   προς εικοσιπέντε γρόσια.                         Γρ: 5000
>>              160 ο στρατ. (Διονύσιος) Μούρτζινος                     >>  4000
>>              150 ο στρατ. Τζανετάκης (Γρηγοράκης)                  >>  3750
>>              100 οι στρατ. Αθαν, και Γαλάνης Κουμουνδουράκης
                                                                                                           >>  2500
>>              60 ο καπετάν Νικόλαος Χρηστέας                            >>  1500
>>              20 ο στρ. Χριστόδουλος Καπετανάκης                     >>    500
>>              30 ο στρατ. Παναγιώτης Γιαννέας (Καπετανάκης) >>   750
>>              10 ο αντιστρ. Σταυριανός (Καπετανάκης)                >>   250
>>              10 ο καπετάν Παναγιωτάκης Πιερέας (Καπετανάκης)
                                                                                                            >>  250
>>              20 ο χιλίαρχ. Θανασούλης Νικολάκης                   >>  500
>>              25 ο ατρατ. Παναγιωτάκης Καβαλιερέας              >>  625
>>              25 ο αντιστρ. Δημητράκης Καβαλιερέας               >>  625
>>              25 ο καπετάν Πανάγος Κυβέλιος                            >>  625
>>              25 ο αντιστρ. Παναγιωτάκης Ντουρέας ( Ντουράκης)
                                                                                                         >>  625
>>             100 ο καπετάν Δημητράκης Γρηγοράκης               >>  2500
>>              40 οι στρατ. Και αντιστρ. (Πιέρος και Νικόλαος Βοϊδης)
                                                                                                           >>  1000
Σύνολον   1000                                                                                    25.000»

7) Γεν. Αρχεία Κράτους, Εκτελεστικό, φακ. 88, έγγρ. 153.

      
Το έγγραφο συντάχθηκε στην Καλαμάτα στις 14 Μαΐου 1825, λίγες ημέρες πριν από τη μάχη στο Μανιάκι, όταν γινόταν προσπάθεια συγκροτήσεως Μανιάτικου στρατοπέδου:

              «Υπέρτατη Διοίκησις !
              Παρρησιασθείς σήμερον προς ημάς τους εδώ ευρισκομένους οπλαρχηγούς ο κύριος Φροντιστής Δ. Μανουσάκης ανέφερεν, ότι δια να συστηθή ως ελπίζομεν αναλόγος στρατιωτική δύναμις, προς αντιπαράταξιν του εχθρού, μόλις δύναται να ωκονομήση αυτήν από ζωοτροφίας, και πολεμοφόδια και λοιπά παρεπόμενα των πολέμων δια τον τρέχονται μήνα. Όθεν κατά χρέος αναφέρομεν τούτο προς την κοινήν ημών μητέρα, διά να προλάβη τον καιρόν, όπως προμηθεύση το εδώ στρατόπεδον από του νύν από όλα τα ειρημένα αναπόφευκτα αναγκαία, τα οποία όντα πλουσιοπαρόχως, δυνάμεθα να ωκονομήσωμεν όσην δύναμιν κριθή επομένως κατά του εχθρού.
       Περί δε του σίτου, τον οποίον θέλετε μας στείλει, στοχαζόμεθα καλύτερον και συμφερώτερον δια να μας σταλή είς αλεύρι, ώσαν όπου είς σίτον, και έξοδα περισσότερα γίνονται, και κλοπαί συμβαίνουσιν περισσότεραι από Μυλωνάδες και αγωγιάτας. Μένομεν με όλον το ανήκον σέβας.
       Τη 14 Μαΐου 1825: Καλαμάτα
       Οι εδώ παρευρισκόμενοι οπλαρχηγοί: Διονύσιος Μούρτζινος, Νικολάκης Χρηστέας, Γιωργάκης Μπεϋζανδές, Νικόλαος Βοΐδης, Παναγιωτάκης Ντουράκης».
       Το Εκτελεστικό απάντησε στις 17 Μαΐου 1825 με το υπ. Αριθ. 7538 έγγραφο του στο οποίο παρατηρούσε ότι ο φροντιστής έχει πολεμοφόδια, όσο για τροφές δεν θα παύση να φροντίζει, αλλά βλέπει με λύπη της ότι στρατόπεδο δεν υπάρχει ακόμη και ξοδεύονται οι τροφές χωρίς λόγο.

8) Γεν. Αρχεία Κράτους, Εκτελεστικό, φακ. 89, έγγρ. 161.

      
Αναφορά της 16 Μαΐου 1825 των οπλαρχηγών της Μάνης από Θουρία προς τη Διοίκηση για τις υπάρχουσες δυσκολίες.

       «Σεβαστή Διοίκησις!
       και χθες με τον κύριον Αναστάσιον Μαυρομιχάλην αναφέραμεν τα του Νεοκάστρου και το παρά τας συνθήκας κράτημα των κυρίων Γ. Μαυρομιχάλη και Π. Γιατράκου, έχοντας πληρεξούσιον τον άνω κύριον Μαυρομιχάλην να ομιλήση και διά ζώσης περί όλων των διατρεξάντων και άλλων αναγκαίων. Και ήδη βιαζόμενοι από την στενοχωρίαν μας γνωστοποιούμεν, ότι αφού είμεθα με προθυμίαν, ως χρέος πατριωτικόν να τρέξωμεν κατά του εχθρού εις την παρούσαν ανάγκην, θαρούντες εις τους πατριώτας μας ότι θέλει μας ακολουθήσουν, και σήμερον μην έχωντας να τους δώσωμεν το σιτηρέσιον είδομεν να δυσαρεστηθούν, και με τον λόγον, ότι η Σ. Διοίκησις μας έχει σταλμένα αρκετά χρήματα και ημείς τα κρύπτομεν χωρίς να τα εξοδεύομεν εις αυτούς. Και μ’ όλον όπου τους υποσχέθημεν δια να τους οικονομήσωμεν εξ ιδίων μας, δεν έδωσαν πίστιν, αλλά μάλλον υποπτεύθησαν, ότι μέλλει να τους κατήσωμεν τον μισθόν τους. Όθεν μόλις εδυνήθημεν χθές να υποχρεώσωμεν τους πλέον οικείους μας και συγγενείς διά να εκστρατεύσουν και να ενωθούν μετά του υπουργού κυρίου Δικαίου.
       Σεβαστή Διοίκησις! Αν είναι βάσις ότι και 50 και 15 χιλιάδες αι οποίαι εστάλησαν εις χέιρας του Εκλαμπρ. Πετρόμπεη ήσαν αρκεταί δια να εκστρατεύση και οικονομηθή άπασα η Σπάρτη, αδύνατον καθότι αι άνω χιλιάδες, αφ’ ής ώρας άρχισαν να εκκινούν οι Σπαρτιάται οίτινες έως σήμερον είναι συνηγμένοι επέκεινα των τριών χιλιάδων και ακολούθως έρχονται και άλλαι δύο χιλίαδες εξοδεύθησαν είς την δοθείσαν προπληρωμήν των μισθών και εις τα καθημερινά σιτηρέσια και εις άλλας ανάγκας. Και εκτός τούτων, εξοδεύει και όσα έκαστος δύναται εξ ιδίων του.
       Ο Εκλαμπρότατος Πετρόμπεης μας επληροφόρησεν ότι η Σ. Διοίκησις έστειλεν διά μέσου του Καμιαλαία δέκα χιλιάδας τάλλαρα να εξαργυρωθούν εις Ζάκυνθον, αλλ’ επειδή και ως συμπεραίνωμεν έως να φθάσουν αυτά τα χρήματα θ’ ακολουθήση άργητα και διά να προλάβωμεν τον καιρόν και τα εκ της ελλείψεως ενδεχόμενα, προστρέχομεν εις την Σ. Διοίκησιν και ζητούμεν να μας προφθάση αρκετά χρήματα προς εξοικονόμησιν, στέλλουσα εν ταύτω μισθοδότην και επιθεωρητήν, όπου δι’ αυτών να εξοδεύωνται. Επί τούτου λοιπόν στέλλομεν τον επιφέροντα την παρούσαν κύριον Χρυσοσπάθην, όστις θέλει παραστήσει και δια ζώσης τα εικότα, και ας μην βραδύνη την αποστολήν των χρημάτων, διότι τότε όσα προκύψουν εκ της ελλείψεως δεινά, ημείς θα έχωμεν την συνείδησίν μας ελευθέραν, ως προβλεψάντες όλα οσ’ αφορούν δια την ασφάλειαν του Έθνους.
       Προ πάντων δε ειδοποιούμεν την Σ. Διοίκησην ότι η αμνηστεία κοινής προς όλους τους πατριώτας, θέλει συντελέση μεγάλως δια την σωτηρίαν της πατρίδος, και παρακαλώμεν να εισακούση το σωτήριον τούτο αίτημα. Μένομεν ευσεβάστως.
       16 Μαϊου 1825. Φρουτζαλοκάμαρα.
       Οι ευπειθείς πατριώται: Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Διονύσιος Μούρτζινος, Νικολάκης Χρηστέας, Τζανετάκης Γρηγοράκης, Δημητράκης Γρηγοράκης, Γαλάνης Κουμουνδουράκης, Χριστόδουλος κ.Γ. Καπετανάκης, Πιέρος Τρουπάκης, Πανάγος Στρατάκης, Θωμάς Βενετζανάκης, Παναγιωτάκης Ντουράκης».

9) Γεν. Αρχεία Κράτους, Έκτ. Επίτρ., φάκ. 91, έγγρ. 240.

      
Το έγγραφο είναι της 25 Ιουλίου 1830 και απευθύνεται από ένα μέρος των ηγετών της Μάνης προς τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου Ανδρέα Μεταξά. Εκφράζονται τα φιλοκαποδιστριακά του φρονήματα και υποβάλλεται αίτηση για την ίδρυση αλληλοδιδακτικών σχολείων στη Μάνη.

       «προς τον κατά την Πελοπόνησσον Έκτακτο Επίτροπον.
       Ελάβομεν Κύριε, διά του Διοικητού της Σπάρτης, και ανέγνωμεν με αγαλίασιν της ψυχής μας το έγγραφο Σας της 24 Ιουλίου εκ του οποίου ευηρέσθημεν άκρως διά την πατρικήν κηδεμονίαν, την οπίαν η Σεβαστή Κυβέρνησις έλαβεν ιδιαιτέρως διά την πατρίδαν μας, και διά τα καλοκάγαθα και φιλάνθρωπα αισθήματά Σας.
       Σας παρακαλούμεν να προσφέρετε προς την αυτού εξοχότητα την αφοσίωσίν μας, το βαθύ σέβας, και την ευπείθειάν μας εις τας διαταγάς της, ως είδατε ιδίοις σας οφθαλμοίς, και να συνεργήσετε να εισακουσθή και βαλθή εις πράξιν η αίτησίς μας δια τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, και όσα υμείς οι ίδιοι καθυποβάλλετε υπ’ όψιν τηςαυτού εξοχότητος υπέρ της πατρίδος μας. Μένομεν με όλην την βαθείαν υπόληψιν.
       Την 25 Ιουλίου 1830
       Εν Μαραθονησίω
       Οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί της Ανατολικής και Δυτικής Σπάρτης.
       Οι της Ανατολικής: Μαγιόρ Γρηγοράκης, Γεώργιος Σταυριανού Τζανετάκου, Δημήτριος Κρικάκος, Γεώργιος Α. Γρηγοράκης, Π. Μαρτζελάκος, Πέτρος του Μαγιόρ Γρηγοράκη, Ιωάννης του Αντώμπεη Γρηγοράκη, Βασίλειος Πολιτάκος, Παναγιωτάκης Πετροπουλάκης, Πετρόπουλος Πετροπουλάκης, Ηλίας Γιωργακάκος, Πέτρος Λιναράκος, Βασιλάκης Του Κωνσταντήμπεη Ζερβάκου, Γιωργάκης Καβαλιεράκος, Πολυχρόνης Χατζάκος, Θωμάς Βενετζανάκης, Ξανθός Μουτζουράκος, Ξανθός Καπετανάκος, Παναγιώτης Βενετζανάκης, Αναγν.ωστης Μουτζουράκος, Βενετζάνος Βενετζανάκης, Σταυριανός Καλκανδής, Τζανετάκης Γρηγοράκης, Νικόλαος Λιναράκος, Δημήτριος Καλκαντής, Ιωάννης Καλκανδής, Γεώργιος Καλκανδής.
       Οι της Δυτικής: Παναγιώτης Καπετανάκης, στρ. Χ. κΓ. Καπετανάκης, Π: Γιαννέας Καπετανάκης, Στρατήγης Κιτρινιάρης, Μιχάλης Νικητάκης, Λογοθέτης Μπουκέας, Κωνσταντίνος Κουτήφαρης, Ιωάννης Λογοθέτης, Πέτρος Σεκούρης, Ηλίας Μιχαλακάκης, Νικ. Βοϊδης, Παναγιώτης Ρουσέας, Σωτήρης Κιτρινιάρης, Παναγιώτης Ζανετέας-Τρουπάκης, Στρατηγούλης Ξανθάκος, Κωνσταντής Ντουράκης, Παναγιώτης Δ. Αναστασόπουλος, Γρηγόριος Κουμουνδουράκης, Παύλος Μαυρίκος, Δημητράκης Πετρέας Τρουπάκης, Παναγιώτης Κιτρινιάρης, Βενετζάνος Ξανθάκης, Πέτρος Καπετανέας, Πέτρος Προκοπέας».

10) Γεν. Αρχεία Κράτους, Γεν. Γραμμ., φάκ 256, έγγρ. 255

      
Οι κάτοικοι του Ζυγού της Μάνης στις 29 Νοεμβρίου 1830 απέστειλαν το έγγραφο αυτό στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να εκφράσουν την εμπιστοσύνη τους προς τον Ιάκωβο Κορνήλιο Διοικητή της Σπάρτης (Μάνης).

       «προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος.
       Η Σπάρτη κατασπραραττόμενη εξ αμνημονεύτων χρόνων από εμφυλίους διενέξεις, δεν είχε εξ αμαρτιών της τον απαιτούμενον ιατρόν διά να θεραπεύση τας πληγάς της.
       Τούτων οι δρυμήτατοι πόνοι ερέθιζαν συνεχώς τα τεκνά της και απεπλανούσαν υπό την ευθείαν οδόν υποπίπτοντα εις μεγαλύτερα αμαρτήματα. Τοιουτοτρόπως εφαίνετο η Σπάρτη εις τα όμματα των κατά καιρούς οδηγών της, τόπος όπου εμφωλεύει η αναρχία, η απείθεια, το ευθαίρετον, και τούτων όλαι αι ολέθριαι συνέπειαι.
       Διά της φρονήσεως και εις τα σπαρτιατικά ήθη και εμειρείας του Διοικούντος εδημιουργήθη σχεδόν το ποθούμενον παρά πάντων καλοφρόνων, η ευπείθεια, η πειθαρχία και η προς την Σεβαστήν Κευβέρνησιν αφοσίωσις εθεμελίώθη.
       Έως της σήμερον τρείς επαρχίαι της Σπάρτης χαίρουν άκραν αρμονίαν εις το μεταξύ των. Δεν φρονούν παρά να ευλογούν και να δέονται του ύψιστου Θεού υπέρ της ευημερίας και μακροημερεύσεως της υμετέρας εξοχότητος ήτις είς την γενικήν παλιγγενεσίαν και ηθικήν διάπλασιν των Ελλήνων δεν παρημέλησε και την ενεγκαμένην (γενέτειραν) μας να συμπεριλάβη εις την μεγάλην οικογενείαν της Ελλάδος, διορίζουσα άνδρα φρόνιμον και εμπειρότατον εις τα Σπαρτιατικά – Διοικητήν μας τον Κύριον Ιάκωβον Κορνήλιον διά να μας καθοδηγήση ευστόχως είς τον προς εν όρον (σκοπόν).
       Ως πιστοί διερμηνείς των αισθημάτων του λαού των επαρχιών Ανδρουβίστας Σταυροπηγίου και Ζυγού Μηλαίας προσφέρομεν διά της παρούσης μας επισήμου αναφοράς προς την Υμ. Εξοχότητα την βαθύτατην ευγνωμοσύνην μας και υπόκλισιν διά τα τόσα αγαθά με τα οποία επιδαψιλεύει δια την Σπάρτην μας και διά τον αγαθόν διορισμόν φρονίμου, δικαίου και ακαμάτου Ανδρός του Κυρίου Ιακώβου Κορνηλίου επικεφαλής του Διοικητικού της, παρα<κα>λούντες θερμότατα ίνα μη παύση επισκιάζουσα αυτόν με τας σοφάς και φιλανθρώπους οδηγίας της, ίνα υποστηριζόμενος δήθεν (πράγματι) αποπερατώση το μέγα τούτο διά την Σπάρτην επιχείρημα του οποίου την εκπλήρωσιν θέλει καταχωρίση η ιστορία με χρυσά στοιχεία.
       Εν Κουτήφαρη, επαρχία Ζυγού
       τη 29 Νοεμβρίου 1830
       Οι Ευπειθείς και υποκλινέστατοι δούλοι. ( Τα ονόματα είναι σε δύο στήλες)
       Μηλαίας Ιωννίκιος, Πλατζής Άνθιμος, Χρυσομάλλης Μελέας, Δημητράκης Δημουλέας, Ιωάννης Γιαννουλέας, Γεώργιος Γεννηματάκος, Γιάννης Νικολετέας, Πανάγος Σταματέας, Αντώνης Δημουλέας, Γιάννης Δημουλέας, Ηλίας Τζανετέας, Τζανέτος Δημουλέας, Κυριάκης Μαζαρέας, Παναγιώτης Γαρώνης, Λίας Νικολέας, Χριστόδουλος Νικητέας, Δημήτριος Χρηστέας, Γρηγόρης Χρηστέας, Γεώργιος Γαϊτανέας, Πιέρος Γεωργιλέας, Παναγιώτης Μαυρολέας, Γεώργιος Π. Ματριτέας, Τζανέτος Κελεπουρέας.
       Πανάγος Χριστέας, Πανάγος Κυβέλος, Θωμάς Βενετζανάκης, Αλεξανδρής Δουράκης, Πιέρος Καλάγκας, Αναστάσης Κυβέλος, Αλέξανδρος Πουλικάκος, Βενετζάνος Καπετανάκος, Σπύρος Γεννηματάς, Αναγνώστης Μουτζουράκος, Χριστόδουλος Δημητρίου Κυβέλος, Νικολής Σωτηρέας, Τζανετάκης Λεβής, Γιάννης Κυβελάκος, Αντώνης Βενετζανάκης, Ιωάννης Τζανετάκης, Δημητράκης Δημουλέας, Αθανάσιος Λογοθέτης Μπολανόπουλος, Ανδρέας Κισκανέας, Μ. Καλαγκάς, Θεοδωράκης Ζαπολέας, Μιχάλης Σπερόνης, Μαυροειδής Κατελάνος, Κυριάκης Σεκούρης, Πέτρος Τουβάκης (Ντουβέας), Βασίλειος Γιατράκος, Θεόδωρος Χαντζέας.
       
Επικυρούνται το γνήσιον των αντίκρυ και άνωθεν υπογραφών
                                                            Τη 14 Δεκεμβρίου 1830
           Πλάτζα      η του Ζυγού η επαρχιακή οι Δημογέροντες
                                                    Λογοθέτης Μπουκέας
                                                     Ιωάννης Χρυσοσπάθης».


Το άρθρο  είναι αντιγραφή από  τον 16ο τόμο της

ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΚΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Έχει παραληφθεί μόνο λόγω συντομίας η μεγάλη βιβλιογραφία και οι παραπομπές σε ιστορικά έγγραφα των ΓΑΚ, ΦΕΚ κ.λπ.
Συγγραφή άρθρου από τον

ΣΤΑΥΡΟ  Ι. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ
ΥΦΗΓΗΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ
                                                                               

Με τιμή και ευγνωμοσύνη για τον συγγραφέα και την Εταιρεία Λακωνικών σπουδών


ΔΟΥΡΑΚΗΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ